Thessaloniki Association

Ιστορική Ανασκόπηση Θεσσαλονίκης

Το άρθρο που ακολουθεί είναι μια ομιλία του αείμνηστου Αλέκου Αγγελίδη που έγινε στις 20 Ιουνίου 1978 σε εκδήλωση της Παμπιερικής Αδελφότητας με τίτλο “ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ”

Αλέκος Ν. Αγγελίδης, ιστορικός, αρχιτέκτων, λογοτέχνης, μαθηματικός, ερευνητής, συγγραφέας.

Μακραίωνη και πολύχρονη, ποικίλη και πλούσια είναι η ιστορία της Θεσσαλονίκης, που, αν κανένας θελήσει να αναφερθεί σ’ όλα της τα γεγονότα και με τις λεπτομέρειές τους, θα χρειαστεί όχι ώρες αλλά μέρες, για να τα απαριθμίσει. Εγώ απόψε θα προσπαθήσω να ανατρέξω με πολύ μεγάλα βήματα στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, αναφέροντας μόνο τα σπουδαιότερα γεγονότα, χωρίς να μπαίνω σε λεπτομέρειες, χωρίς να κάνω κρίση των γεγονότων και χωρίς να εκφέρω προσωπικές γνώμες πάνω σ’ αυτά.

Την πολύ παλιά εποχή, εκεί που συναντούνται οι δυτικές πλαγιές του Χωρτιάτη με τη θάλασσα, υπήρχε μια μικρή αρχαία πόλη με το όνομα Θερμαί. Από το όνομα της πόλης αυτής ονομάστηκε και η εκεί θάλασσα Θερμαϊκός Κόλπος. Εδώ, στη θέση αυτή, το 315 π.Χ. ο Κάσσανδρος πρωτοθεμελίωσε την πόλη της Θεσσαλονίκης, την οποία έχτισε προς τιμή της γυναίκας του και της έδωσε το όνομά της. Η γυναίκα του ήταν αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου.

Μετά τη μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ., όταν ο Ρωμαίος στρατηγός Αιμίλιος Παύλος νίκησε τον τελευταίο Μακεδόνα βασιλιά Περσέα και κατέλυσε τη Μακεδονική δυναστεία και ιδιαίτερα μετά την κατάπνιξη από τους Ρωμαίους της Μακεδονικής Επανάστασης του 148 π.Χ., η Θεσσαλονίκη έγινε οριστικά ρωμαϊκή επαρχία. (Για μας τους Κατερινιώτες, η μάχη της Πύδνας έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί όλες οι φάσεις της έλαβαν χώρα μέσα στο Νομό Πιερίας και μάλιστα η τελευταία κι αποφασιστική μάχη έγινε στα υψώματα μεταξύ Κατερίνης και Αγιάννη, εκεί όπου είναι το γνωστό Τσιφλίκι, το λεγόμενο κτήμα της Φώτως και προς τα υψώματα της σημερινής Χράνης κλπ.).

Έτσι, λοιπόν,η Θεσσαλονίκη γίνεται ρωμαϊκή επαρχία και το 64 π.Χ. βρίσκεται μπλεγμένη στο ρωμαϊκό εμφύλιο πόλεμο και μάλιστα είναι η βάση και το ορμητήριο του Πομπηίου, ο οποίος πολεμά εναντίον του Αντιόχου του ΙΙου.

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, η Θεσσαλονίκη είναι γνωστή, γιατί, εκτός των άλλων, είναι και ο σπουδαιότερος σταθμός επάνω στη Ραμαϊκή Εγνατία οδό, η οποία συνδέει τις ακτές της Δαλματίας (δηλαδή την Αδριατική θάλασσα) με το Βυζάντιο.

Κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, τη Θεσσαλονίκη επισκέφτηκε ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος ίδρυσε και την πρώτη χριστιανική εκκλησία και πρώτος χριστιανός επίσκοπος της Θεσσαλονίκης έγινε ο ακόλουθος του Παύλου Γάιος. Πιστεύεται με βεβαιότητα, ότι εδώ έγραψε ο Απόστολος Παύλος τη δεύτερη προς τους Κορινθίους επιστολή του κατά το 55 με 57 μ.Χ.. Κατά τους μετέπειτα χρόνους, η πόλη έχει να επιδείξει αξιόλογη χριστιανική κοινωνία, όπως αποδεικνύεται κι απ’ τις δύο προς Θεσσαλονικείς επιστολές του Αποστόλου Παύλου.

Το 303 μ.Χ., επί αυτοκράτορα Μαξιμιανού, εδώ στη Θεσσαλονίκη, κατά τους ιστορικούς, μαρτύρησε ο Άγιος και έκτοτε προστάτης της πόλης Δημήτριος. Μετά το μαρτύριο του Δημητρίου και ιδίως μετά το περί ανεξηθρησκείας διάταγμα του Μ. Κωνσταντίνου, μετά δηλαδή το περίφημο διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ., η χριστιανική κοινωνία της Θεσσαλονίκης αναπτύσσεται κι η πόλη γίνεται αξιοσημείωτο χριστιανικό κέντρο. Παράλληλα, αναπτύσσεται και το εμπόριό της και το εμπορικό πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου είναι ονομαστό σ’ όλες τις γύρω πόλεις και τους λαούς που συναλλάσσονται με τη Θεσσαλονίκη.

Με τη μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση που έκανε στο κράτος του ο Μ. Κωνσταντίνος το 324 μ.Χ., η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσα της Ιλλυρίας, μιας μεγάλης περιοχής που συμπεριλάμβανε ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα, μεγάλα τμήματα της Αλβανίας, Σερβίας, Βουλγαρίας κλπ. κι έτσι η Θεσσαλονίκη έγινε η δεύτερη σε μέγεθος κι ενδιαφέρον πόλη μετά την Κωνσταντινούπολη.

Το 390 μ.Χ,, επί Μ. Θεοδοσίου, γίνονται οι γνωστές σφαγές της Θεσσαλονίκης, όπου 7 περίπου χιλιάδες άτομα, κατηγορηθέντα για στάση, σφάζονται στο ιπποδρόμιο.

Το ιπποδρόμιο έχτισε ο Γαλλέριος το 305-311 μ.Χ. Άλλα έργα του Γαλλέριου στη Θεσσαλονίκη είναι ότι μεγάλωσε την πόλη, έχτισε καινούρια τείχη σε πολλά σημεία της, έχτισε παλάτι και έχτισε και μια μεγάλη αψίδα προς το τέλος της σημερινής Εγνατίας οδού, η οποία σώζεται ακόμη και είναι η γνωστή «Καμάρα». Η Καμάρα της Θεσσαλονίκης είναι έργο του Γαλλέριου και χτίστηκε κατά το 305 με 310 μ.Χ.. Επίσης, κατά τον πρώτο μ.Χ. αιώνα χτίστηκε και η πρώτη μεγάλη αψίδα πάνω στη Ρωμαϊκή Εγνατία οδό προς τη δυτική είσοδο της πόλης, γνωστή ως αψίδα του Βαρδαρίου, την οποία και κατεδάφισαν οι Τούρκοι το 1867.

Η άνω πόλη με το φρούριό της και τα τείχη της χτίστηκε επί Θεοδοσίου του πρώτου (379-395 μ.Χ.). Αργότερα, οι Παλαιολόγοι και οι Τούρκοι πρόσθεσαν κι άλλα κτίσματα στα τείχη της πόλης.

Με απόλυτη εμπιστοσύνη στον προστάτη της πόλης Δημήτριο, οι Θεσσαλονικείς απέκρουσαν τις επιθέσεις των Γότθων κατά τον 3ο και 5ο αιώνα και τις επιθέσεις των Αράβων και των Σλάβων κατά τον 6ο και 7ο αιώνα.

Η Θεσσαλονίκη και ολόκληρη η Ιλλυρία μέρι το τέλος του 7ου αιώνα υπαγόταν θρησκευτικά στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου της Ρώμης (υπήρχε τότε πατριαρχείο στη Ρώμη). Ο Λέων ο 3ος, όμως, με αυτοκρατορικό διάταγμα το 732 μ.Χ. απέσπασε την Ιλλυρία απ’ τη δικαιοδοσία του πατριαρχείου της Ρώμης και την προσάρτησε στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Αυτό συντέλεσε ώστε, όταν αργότερα, επί πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Μιχαήλ Κυρουλαρίου το 1054, έγινε το οριστικό Σχίσμα των Εκκλησιών, ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος να βρεθεί στην ορθοδοξία. (Βέβαια, τα πρώτα ρήγματα του σχίσματος παρουσιάζονται κατά το 482. Γίνεται το πρώτο σχίσμα επί πατριάρχη Φωτίου το 867 και ανατινάσσεται πλέον κάθε γέφυρα συνενόησης μεταξύ ανατολικής και δυτικής Εκκλησίας το 1054, το οποίο και θεωρείται ως η χρονολογία του οριστικού σχίσματος).

Κατά την περίοδο των εικονομαχιών, οι οποίες αρχίζουν με το Λέοντα τον 3ο  το 726 και τελειώνουν με την αναστήλωση των εικόνων επί αυτοκράτειρας Θεοδώρας το 842, η Θεσσαλονίκη πήρε θέση υπέρ της προστασίας των εικόνων κι αυτό συντέλεσε, ώστε να σωθούν πολλές εικόνες κι άλλες αγιογραφίες ανεκτίμητης σήμερα αξίας.

Κατά το τέλος του 9ου αιώνα, οι Βούλγαροι, οι οποίοι αρχίζουν να εμφανίζονται στη Βαλκανική γύρω στον 6ο αιώνα –και ως εκ τούτου μάλλον θα αστειεύονται όταν διεκδικούν για δικό τους και το Μ. Αλέξανδρο, ο οποίος έζησε γύρω στα 800 χρόνια πριν απ’ τη δική τους εμφάνιση στα Βαλκάνια- προσπαθούν να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη, ώστε με το λιμάνι της να εξυπηρετήσουν το εμπόριό τους και η πόλη δέχεται την επίθεσή τους με το Συμεών.

Το 904, οι Άραβες, ορμούμενοι από την Κρήτη, κυριεύουν τη Θεσσαλονίκη και την ερημώνουν και 22 χιλιάδες Θεσσαλονικείς πουλήθηκαν στα διάφορα σκλαβοπάζαρα της Μεσογείου σα σκλάβοι.

Το 985, οι Βούλγαροι ξαναεπιτίθενται με το Σαμουήλ. Από δω, απ’ τη Θεσσαλονίκη, ξεκινά η νικηφόρος στρατιά του ένδοξου στρατηγού Νικηφόρου Ουρανού, ο οποίος κατατρόπωσε και διέλυσε τους Βούλγαρους στο Σπερχειό ποταμό το 995.

Επίσης, απ’ την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη ξεκίνησαν στρατεύματα με το Βασίλειο τον Β’ και το Νικηφόρο Ξιφία και κατανίκησαν το Σαμουήλ στην περίφημη μάχη του Κλειδίου στις 29 Ιουλίου 1014.

Το 1185, οι Νορμανδοί, ορμώμενοι από τη Σικελία, ύστερα από 10ήμερη πολιορκία, κυριεύουν και ερημώνουν την πόλη.

Το 1204, μετά την 4η Σταυροφορία, ο Baldwin κυριεύει την Κωνσταντινούπολη και ιδρύει το κράτος της Θεσσαλονίκης με το Βονιφάτιο το Μομφερατικό. Αργότερα, ο Έλληνας άρχοντας της Ηπείρου, μεγάλος Δούκας Θεόδωρος Κομνηνός το 1224 κυριεύει τη Θεσσαλονίκη, γίνεται άρχοντας της πόλης και στέφεται αυτοκράτορας απ’ τον επίσκοπο Οχρίδας, ιδρύοντας έτσι την Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης.

Αργότερα, όμως, ο γιος του Βονιφάτιου ο Δημήτριος ο Μομφερατικός προσπαθεί, βοηθούμενος κι απ’ τον πάπα της Ρώμης Ονώριο τον 3ο, να κυριέψει τη Θεσσαλονίκη και να ξαναπάρει το θρόνο του πατέρα του, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα.

Στο μεταξύ, διάφορες προστριβές κι αντιζηλίες δημιουργούνται μεταξύ των ελληνικών κρατών της Ανατολής κι έτσι το 1246 η ανεξάρτητη αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης παύει να υφίσταται πια και συγχωνεύεται στην αυτοκρατορία της Νικαίας, για να συγχωνευτεί κι αυτή εν συνεχεία το 1261 στην αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης.

Το 1308, η Θεσσαλονίκη χτυπιέται ανεπιτυχώς απ’ τους Καταλανούς κι εν συνεχεία μπλέκεται στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του Ιωάννου του 5ου του Παλαιολόγου και του Ιωάννου του 6ου του Κατακουζινού.

Από το 1342 μέχρι το 1350, η Θεσσαλονίκη είναι αυτόνομη και κυβερνιέται από το κόμμα των Ζηλωτών. Την εποιχή αυτή, δηλαδή το έτος 1350, επίσκοπος της Θεσσαλονίκης γίνεται ο γνωστός λόγιος Γρηγόριος Παλαμάς.

Κατά το τέλος του 14ου αιώνα, η πόλη έπεσε δυο φορές στα χέρια των Οθωμανών, μια φορά το 1387 και την άλλη το 1391.

Το 1402, γίνεται η περίφημη μάχη της Άγκυρας. Ο Ταμερλάνος, με 80 χιλιάδες Μογγόλους απ’ το Τουρκεστάν περνάει τα σύνορα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και προχωρεί προς το εσωτερικό. Ο σουλτάνος Βογιατζίτ, με 450 χιλιάδες τουρκικό στρατό, πάει να τον εμποδίσει. Οι δυο στρατοί συγκρούονται έξω απ’ την Άγκυρα, γι’ αυτό και η μάχη ονομάστηκε μάχη της Άγκυρας. Οι Τούρκοι νικούνται και διαλύονται κι ο Βογιατζίτ συλλαμβάνεται αιχμάλωτος. Το Βογιατζίτ διαδέχεται ο Μουράτ ο 2ος. Παράδοξα, όμως, ο Ταμερλάνος εγκαταλείπει την εκστρατεία και επιστρέφει στο Τουρκεστάν. Ύστερα απ’ την αποτυχία της Άγκυρας, οι Τούρκοι είναι πολύ εξαντλημένοι και την αδυναμία τους αυτή εκμεταλλεύεται ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο 2ος, για να απελευθερώσει διάφορες πόλες απ’ τους Οθωμανούς, μεταξύ των οποίων ελευθερώνει και τη Θεσσαλονίκη το 1403.

Με την πάροδο του χρόνου, οι Τούρκοι συνέρχονται και προσπαθούν να ξαναπάρουν τη Θεσσαλονίκη, την οποία και πιέζουν διαρκώς. Μπροστά στην αβάσταχτη αυτή πίεση των Τούρκων, ο γιος του Μανουήλ ο Ανδρόνικος αναγκάζεται να παραχωρήσει την πόλη το 1423 στους Βενετούς, απ’ τους οποίους, ύστερα από μικρή πολιορκία στις 29 Μαρτίου 1430 την παίρνουν οι Τούρκοι με το Μουράτ το 2ο. Ο Μουράρ, μπαίνοντας στη Θεσσαλονίκη την ερήμωσε. Κατέσφαξε τους κατοίκους κι έκανε τις εκκλησίες τζαμιά. Η Θεσσαλονίκη έγινε βιλαέτι της οθωμανικής αυτοκρατορίας και βουτήχτηκε κυριολεκτικά στη σκλαβιά, για να ξαναελευθερωθεί ύστερα από 482 χρόνια.

Κατά την περίοδο των υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνων του 1821 και η Θεσσαλονίκη, καθώς και ολόκληρη η Μακεδονία, όπως κι όλα τα υπόλοιπα διαμερίσματα της Ελλάδας, Θεσσαλία, Ήπειρος, Θράκη κλπ. προσέφερε κατά το δυνατό και συντέλεσε κι αυτή τα μέγιστα στην απελευθέρωση των πρώτων νοτίων τμημάτων της Ελλάδας, τα οποία και αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα του ελεύθερου ελληνικού Κράτους.

Το 1861, αρχίζει η κατασκευή του λιμανιού της Θεσσαλονίκης και το 1866 γκρεμίζονται τα παραλιακά τείχη για να επεκταθούν τα λιμενικά έργα. Παραμένει, όμως, ένα φρούριο, ένας πύργος των τειχών της Θεσσαλονίκης. Πρόκειτα για το γνωστό Λευκό Πύργο.

Το 1867, οι Οθωμανοί γκρεμίζουν την αψίδα του Βαρδαρίου και το 1876 γίνονται ταραχές στη Θεσσαλονίκη και δολοφονούνται οι πρόξενοι Γαλλίας και Γερμανίας.

Το Σεπτέμβριο του 1890, μεγάλο μέρος της νότιας περιοχής της Θεσσαλονίκης καταστρέφεται από πυρκαγιά και λίγο νωρίτερα, το 1881, εδώ στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, από Τούρκους γονείς. Ο πατέρας του ήταν τελωνιακός υπάλληλος στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Έτσι, τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα η Θεσσαλονίκη είναι η έδρα της επιτροπής του τουρκικού κόμματος των προοδευτικών, των γνωστών ως Νεοτούρκων, των οποίων η κίνηση κατέληξε στην τουρκική επανάσταση του 1908, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την εκθρόνιση του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ και την επί το δημοκρατικότερο μεταρρύθμιση του τουρκικού Συντάγματος.

Η στρατηγική και εμπορική θέση της Θεσσαλονίκης τα χρόνια αυτά και ιδίως από την αποστολή του Ρώσου πρίγκιπα Μεντζικώφ στην Κωνσταντινούπολη κατά το 1853, κίνησε το ενδιαφέρον των γύρω χωρών και ιδιαίτερα της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, γεγονός το οποίο έκανε τη Θεσσαλονίκη κέντρο διπλωματικών προστριβών κι επαναστατικών κινήσεων και άλλων πολιτικών δολοπλοκιών, με αποτέλεσμα τη γέννηση του γνωστού και περιβόητου Μακεδονικού ζητήματος.

Χαράματα της 26ης Οκτωβρίου 1912, ο ελληνικός στρατός βρίσκεται μόνο 6 χιλιόμετρα έξω απ’ τη Θεσσαλονίκη και το απόγευμα της ίδιας μέρας μπαίνει στην πόλη νικητής και την ελευθερώνει. Τα τουρκικά μισοφέγγαρα γκρεμίζονται και για πρώτη φορά στον αέρα της Θεσσαλονίκης ανεμίζει περήφανη η γαλανόλευκη. Η Θεσσαλονίκη είναι και πάλι ελεύθερη, ύστερα από 482 χρόνια σκλαβιάς. Μεταξύ των πρώτων στρατιωτικών τμημάτων που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη είναι και το ηρωικό σύνταγμα Σβορώνου, το οποίο πριν από λίγες μέρες λευτέρωσε την Κατερίνη.

Ο γενναίος συνταγματάρχης Σβορώνος, αυτός που συντέλεσε με την κίνηση του 1909 στο να απαλλαγεί ο ελληνικός στρατός απ’ τις κλίκες των πριγκίπων κι απ’ τους φατριασμούς του παλατιού και να γίνει αξιόμαχος, δεν ευτύχησε να δει τη Θεσσαλονίκη ελεύθερη, όπως δεν είδε και την Κατερίνη ελεύθερη. Δολοφονικό τουρκικό βόλι τον άφησε νεκρό στις παρηφές της Κατερίνης.

Με τη συνθήκη του Λονδίνου το 1913, η Θεσσαλονίκη ενσωματώνεται επίσημα στο ελληνικό κράτος και με τις νικηφόρες μάχες του Κιλκίς τον ίδιο χρόνο, εμποδίζεται η είσοδος των Βουλγάρων στην πόλη. Βέβαια, έχει μπει ήδη μια βουλγαρική μεραρχία της στρατιάς Θεοδώρωφ στην πόλη, η οποία, όμως, απομονώθηκε και αφοπλίστηκε αργότερα. Επίσης, το 1913, τη νεοαπελευθερωθείσα δεύτερη σε μέγεθος ελληνική πόλη επισκέφτεται ο βασιλιάς Γεώργιος ο Αος , ο οποίος και δολοφονείται εδώ στη Θεσσαλονίκη στις 5 Μαρτίου. Κατηγορήθηκε και συνελήφθηκε σα δολοφόνος του βασιλιά κάποιος νεαρός ονόματι Σχινάς, ο οποίος, όπως είπαν τότε οι δικαστικές αρχές, πήδησε απ’ το παράθυρο των δικαστηρίων κι αυτοκτόνησε κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων. Αργότερα, η Βουλή ζήτησε το φάκελλο των ανακρίσεων του Σχινά, για να διαλευκάνει το αμφίβολο αυτό θέμα, αλλά δυστυχώς ο τόσο σπουδαίος αυτός φάκελλος δεν έφτασε ποτέ στη Βουλή. Χάθηκε στο τραίνο κατά τη διαδρομή Θεσσαλονίκης – Αθήνας, όπως ισχυρίστηκαν οι αρχές.

Κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, η Θεσσαλονίκη έπαιξε σπουδαίο ρόλο στις εξελίξεις των Βαλκανίων και της Μεσογείου, γιατί έγινε το κέντρο και η βάση των συμμαχικών επιχειρήσεων στα Βαλκάνια. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1915, αγγλογαλλικός στρατός αποβιβάζεται στη Θεσσαλονίκη και στις 2 Οκτωβρίου φτάνει το συμμαχικό στρατηγείο με πρώτο αρχιστράτηγο το Γάλλο στρατηγό Σεράιγ.

Εδώ επιβάλλεται να γίνει μια μικρή και συντομότατη κατά το δυνατόν παρένθεση σπουδαίας ιστορικής σημασίας.

Την εποχή αυτή, η Ελλάδα συνδέεται με σύμφωνο συμμαχίας κι αμοιβαίας βοηθείας με τη Σερβία. Η Βουλγαρία προσχωρεί στη συμμαχία Γερμανίας – Τουρκίας και στις 9 Σεπτεμβρίου 1915 επιστρατεύεται. Με 24 ώρες καθυστέρηση, επιστρατεύεται και η Ελλάδα. Στο διάγγελμα επιστράτευσης, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος πιστεύει στη νίκη των συμμάχων και προσπαθεί να βγάλει την Ελλάδα στον πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων, πιστεύοντας ότι έτσι θα ικανοποιηθούν οι πόθοι και οι ελληνικές επιδιώξεις των Ελλήνων, δηλώνει ότι επιστρατευόμεθα για να χτυπήσουμε τους Βουλγάρους. Ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο οποίος πιστεύει στη γερμανική νίκη και προσπαθεί να κάνει το παν υπέρ των Γερμανών, δηλώνει ότι επιστρατευόμεθα, όχι για να χτυπήσουμε τους Βουλγάρους, αλλά για να αμυνθούμε αν μας χτυπήσουν εκείνοι. Αυτή είναι η πρώτη ανοιχτή ρήξη μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά. Στο  μεταξύ, οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι επιτίθενται εναντίον της Σερβίας, η οποία ζητεί την ελληνική υποστήριξη, επικαλούμενη το σύμφωνο αμοιβαίας βοηθείας που υπάρχει ανάμεσα στις δυο χώρες. Ο βασιλιάς αρνείται να σταλεί ελληνική βοήθεια στους Σέρβους, υπακούοντας στις συμβουλές των γερμανόφιλων συμβούλων του, του τότε υπουργού Στρατιωτικών περιβόητου στρατηγού Γιαννακίτσα, του τότε αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού στρατηγού Δούσμανη, και του τότε επιτελικού αξιωματικού Μεταξά, παραβαίνοντας έτσι το ελληνοσερβικό σύμφωνο φιλίας και συμμαχίας. Γίνεται το γνωστό επισόδιο στη Βουλή, στη συνεδρίασή της το βράδυ της 21ης  προς 22η Σεπτεμβρίου για την απόφαση περί αποστολής βοηθείας στη Σερβία (επερώτηση Θεοτόκη – απάντηση Βενιζέλου), η Βουλή διαλύεται κλπ. και γίνεται κυβέρνηση Αλ. Ζαΐμη για λίγες μέρες και μετά γίνεται κυβέρνηση Σκουλούδη – Γούναρη. Η Ελλάδα δεν τιμά την υπογραφή της στο ελληνοσερβικό σύμφωνο και η Σερβία εγκαταλείπεται. Ο Σερβικός στρατός οπισθοχωρεί στο Δυράχειο και στην Κέρκυρα, όπου ανασυγκροτείται και ζητά την άδεια της ελληνικής κυβέρνησης, να περάσει μέσον Ιτέας – Ηγουμενίτσας στη Σερβία για να ξαναπολεμήσει για την πατρίδα του. Η ελληνική κυβέρνηση αρνείται να επιτρέψει τη διέλευση αυτή στους Σέρβους και μάλιστα δηλώνει, ότι θα αφοπλίσει όποιον πατήσει το ελληνικό έδαφος, επικαλούμενη τη συνθήκη της Χάγης. Οι σύμμαχοι αναγκάζονται να μεταφέρουν το σερβικό στρατό από την Κέρκυρα με πλοία στη Θεσσαλονίκη. Στο μεταξύ, μας χτυπούν οι Βούλγαροι στα σύνορα. Ο ελληνικός στρατός ανθίσταται αλλά ο Σκουλούδης, στις 13 Μαΐου 1916, παραδίνει το οχυρό Ρούπελ στους Βουλγάρους. Το γεγονός αυτό κάνει πάταγο και δημιουργεί μεγάλο σάλο μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα. Είναι η πρώτη φορά που παραδίνονται ελληνικά οχυρά στους Βουλγάρους. Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση επιτρέπει την κατάληψη της Ανατολικής Μακεδονίας απ’ τους Βουλγάρους με τη συμφωνία ότι δε θα μπουν βουλγαρικά στρατεύματα στις πόλεις Σέρρες, Δράμα και Καβάλλα κι ο ελληνικός στρατός που βρίσκεται σ’ αυτές θα μείνει ανενόχλητος. Οι Βούλγαροι, όμως, πατώντας πόδι στην Ανατολική Μακεδονία πιέζουν και τις πόλεις αυτές κι ο ελληνικός στρατός, ύστερα απ’ τη μάχη της Φαιάς Πέτρας με τον τότε λοχαγό Γ. Κονδύλη εγκαταλείπει τις πόλεις Σέρες και Δράμα και συμπτίσσεται προς Καβάλλα και Θεσσαλονίκη, ακολουθούμενος από φάλαγγες προσφύγων. Οι Γερμανοί βομβαρδίζουν τη Θεσσαλονίκη και ο Σεράιγ κηρύσσει το στρατιωτικό νόμο στη Θεσσαλονίκη, περιχαρακώνει την πόλη και καταλαμβάνει για την ασφάλειά της τα οχυρά Δοβά-τεπέ και Καραμπουρνού. Οι Βούλγαροι πιέζουν την Καβάλλα, όπου εδρεύει το ελληνικό Δ’ Σώμα στρατού και η κυβέρνηση δίνει εντολή να εγκαταλειφθεί η πόλη και το Σώμα να αποσυρθεί στο Βόλο. Παρά τη διαταγή αυτή, ο τότε διοικητής του Δ’ Σ.Σ. στρατηγός Χατζόπουλος παραδίνει το Σώμα Στρατού στους Βουλγάρους στις 31 Αυγούστου 1916 και 400 Έλληνες αξιωματικοί και 6000 στρατιώτες μεταφέρονται αιχμάλωτοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Γερμανίας, στο Γκέρλιτς. Μερικοί Έλληνες αξιωματικοί, για να αποφύγουν την αιχμαλωσία, περνούν στη Θάσο. Μεταξύ αυτών είναι ο συνταγματάρχης Χριστοδούλου, ο Γ. Κονδύλης, ο Μπακιρτζής και άλλοι.

Τις μέρες αυτές, στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται η σερβική Βουλή που έφυγε απ’ το Βελιγράδι, 118 χιλιάδες σερβικός στρατός και ο Σέρβος αντιβασιλιάς και αρχιστράτηγος του σερβικού στρατού πρίγκιπας Αλέξανδρος. Οι σύμμαχοι την πρωτάκουστη αυτή στάση της ελληνικής κυβέρνησης χαρακτηρίζουν προδοσία και οι Σέρβοι πιέζουν το Σεράιγ να διορίσει Σέρβο νομάρχη στη Θεσσαλονίκη και ζητούν απ’ τους συμμάχους να ανακηρύξουν τη Θεσσαλονίκη σερβικό έδαφος και να γίνει πρωτεύουσα της Σερβίας. Η Θεσσαλονίκη περνά πραγματικά δραματικές μέρες. Μπροστά στην κρισιμότητα αυτής της απροσδόκητης κατάστασης, οι αξιωματικοί, που με την αιχμαλωσία του Δ’ Σ. Στρατού πέρασαν στη Θάσο, έρχονται εσπευσμένα στη Θεσσαλονίκη, όπου καταφθάνει και ο Βενιζέλος με τους Κουντουριώτη και Δαγκλή (τον Αύγουστο του 1916), γίνεται επανάσταση, συγκροτείται κυβέρνηση Θεσσαλονίκης, οργανώνεται η Εθνική άμυνα και η Ελλάδα βγαίνει στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων.

Το 1917, πυρκαγιά και πάλι καταστρέφει ένα μεγάλο μέρος της πόλης και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1822, η Θεσσαλονίκη με τις γύρω περιοχές της δέχεται το μεγαλύτερο μέρος των ξεριζωμένων Ελλήνων της Σμύρνης και της Μικράς Ασίας.

Από τα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου κι ιδίως μετά την ανακήρυξη της Ελληνικής Δημοκρατίας το 1924, η Θεσσαλονίκη παίζει σημαντικό και πολλές φορές αποφασιστικό ρόλο στην ελληνική πολιτική και στην ελληνική γενικότερα ιστορία.

Στο μεταξύ, γίνονται κι άλλα κινήματα κι επαναστάσεις με έδρα ή συντελεστή τη Θεσσαλονίκη, όπως τα κινήματα Πάγκαλου, Γονατά, Κονδύλη, Πλαστήρα κλπ., ώσπου φτάνουμε στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο.

Το 1940, η Θεσσαλονίκη βομβαρδίζεται από ιταλικά αεροπλάνα και στις 9 Απριλίου 1941, γερμανικός στρατός μπαίνει και κυριεύει την πόλη. Στος 20 Απριλίου 1941, εδώ στη Θεσσαλονίκη, ο τότε διοικητής του Γ’ Σώματος Στρατού στρατηγός Τσολάκογλου, αυτός που κρίθηκε στάσιμος απ’ το ανώτατο στρατιωτικό συμβούλιο, για την εγκατάλειψη της μεραρχίας του, στην οποία υπηρετούσε ως επιτελάρχης με το βαθμό του ταγματάρχη και την εγκατάλειψη του στρατηγού του Δημαρά στη Μ. Ασία και για την ψεύτικη αναφορά που υπέβαλε επιστρέφοντας, ότι ο στρατηγός του πέθανε κι αυτός τον έθαψε με τα ίδια του τα χέρια, ενώ ο στρατηγός Δημαράς αργότερα παρουσιάστηκε ζωντανός. Αυτός, λοιπόν ο αξιωματικός, τον οποίο το Λαϊκό κόμμα ανέσυρε απ’ την αφάνεια και τον έκανε στρατηγό, ενώ η δικτατορία του Μεταξά τον έκανε αντιστράτηγο και τον τοποθέτησε διοικητή του Γ’ Σ. Στρατού, αυτός ο στρατηγός, μη υπακούοντας στις ρητές διαταγές του προϊσταμένου του διοικητή της Στρατιάς Μακεδονίας στρατηγού Πιτσίκα και με άγνοια της ελληνικής κυβέρνησης και του συμμαχικού στρατηγείου, υπέγραψε με τους Γερμανούς συνθηκολόγηση, διαλύοντας ολόκληρο το Τρίτο Σώμα Στρατού και παραλύοντας έτσι την περαιτέρω αμυντική ικανότητα του ελληνικού στρατού, για να γίνει ο πρώτος πρωθυπουργός της κατοχής. Είναι γνωστή η αντεθνική στάση της οικογένειας Τσολάκογλου και από τις παλιότερες προδοτικές της ενέργειες κατά την εποχή της τουρκοκρατίας.

Κατά τη διάρκεια της κατοχής, τα σπουδαιότερα γεγονότα της Θεσσαλονίκης είναι η συγκρότηση και ο εξοπλισμός απ’ τους Γερμανούς των γνωστών ταγμάτων της Π.Α.Ο. και η συγκέντρωση και αποστολή για εξολόθρευση στη Γερμανία όλων των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης κατά το 1940 έφτανε τις 50 – 60 χιλιάδες, ενώ η απογραφή του 1961 παρουσίασε μόνο 1500 άτομα.

Τον Οκτώβριο του 1944, οι Γερμανοί εγκαταλείπουν τη Θεσσαλονίκη και μονάδες του Γ’ Σώματος του ανταρτικού στρατού του ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τον παλιό δημοκράτη αξιωματικό Μπακιρτζή μπαίνουν στην πόλη. Σύντομα και εσπευσμένα, αγγλικός στρατός (μια ινδική ταξιαρχία) με το στρατηγό Butcher έρχεται απ’ την Ιταλία και στρατοπεδεύει στους στρατώνες της Καλαμαριάς. Στην περίοδο των Δεκεμβριανών της Αθήνας, η ατμόσφαιρα στη Θεσσαλονίκη είναι τεταμένη, αλλά δεν εκρίγνυται και τούτο, όπως λέγετε, οφείλεται στην κατανόηση που επικράτησε ανάμεσα στο Μπακιρτζή και το Butcher.

Στις 22 Μαΐου 1963, δολοφονείται στη Θεσσαλονίκη ο βουλευτής Λαμπράκης.

Στις 21 Απριλίου 1967 και η Θεσσαλονίκη παίζει το ρόλο της και με τη βαρύτητα του ισχυρού Γ’ Σώματος Στρατού συντελεί κι αυτή στην επικράτηση των γνωστών Απριλιανών επαναστατών και στις 20 Ιουλίου 1978 τρομεροί σεισμοί ερημώνουν και μαυροφορούν την πόλη, σκορπίζοντας παντού την καταστροφή και τη δυστυχία. Για την ανακούφιση αυτής της δυστυχίας και για τη βοήθεια των σεισμοπλήκτων Θεσσαλονικέων, καλούμεθα κι εμείς σήμερα να προσφέρουμε κατά δύναμη και σαν βορειοελλαδίτες και σαν Έλληνες και γενικότερα σαν άνθρωποι