Φεστιβάλ Ένωσης Θεσσαλονικέων 2013

photo (8)
From the left: Iakovos J. Garivaldis (Master of Ceremonies), Mr Chin Tan (Chairperson Multicultural Commission), Ms Marianthi Xanthi (President Thessaloniki Association), Paul Mavroudis (Thessaloniki Association Committee), Hon Jenny Mikakos (Member of Northern Metropolitan Region), Hon. Elizabeth Miller (State Member for Bentleigh), Ms Eleni Lianidou (Consul General of Greece in Melbourne), Ms Susan Riley (Deputy Mayor, City of Melbourne)

Annual Sister Cities Festival 2013

The 29th Anniversary of the Sister Cities Thessaloniki and Melbourne was met with much enthusiasm from the Thessaloniki Association members, friends, Greek, Scottish and Serbian dancing groups who participated. The Festival was held at the centre of the business district of Melbourne Federation Square which sits next to the Yarra River the most talked about and historic river of the City of Melbourne, on Sunday 24th November 2013.

According to Federation Square statistics more than 42 thousand people witnessed the multicultural program offered on the day. Many dignitaries from the City of Melbourne, the State Government and the Opposition, as well as the Greek Consulate honoured the event and addressed the people present. Master of Ceremonies for this event was Mr Iakovos Garivaldis from Thessaloniki Association, whilst the Manasis Dancing group Director Deon Manasis organised the program and the dancing groups for the day.

Proceedings started at 12.00 midday  and went on for about eight hours after that. All said, this has been another successful event organised by Thessaloniki Association “The White Tower”. The Festival has been the peak of the events for this year and we’re happy that the City of Melbourne, the Victorian Multicultural Commission and many Greek Community Sponsors (including Delphi Bank) supported it.

Please find below the rich program that has been put together for the day.

Η Ένωση Θεσσαλονικέων στα πλαίσια της επετείου των 29 Χρόνων από την Αδελφοποίηση των δύο πόλεων Θεσσαλονίκης και Μελβούρνης διοργάνωσε το ετήσιο Φεστιβάλ της στις 24 Νοεμβρίου 2013, στο κέντρο της πόλης της Μελβούρνης. Το Φεστιβάλ παρακολούθησαν πάνω από 42 χιλιάδες κόσμου, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του Federation Square, παρ’ όλη την αστάθεια των καιρικών συνθηκών.

Το πρόγραμμα των χορευτικών συγκροτημάτων του Φεστιβάλ 2013 συντόνισε με μεγάλη επιτυχία ο Δημοσθένης Μανασής, του χορευτικού συγκροτήματος και σχολής χορού ΜΑΝΑΣΗ της Μελβούρνης.

Στις φωτογραφίες πιο κάτω θα δείτε μέρος των δραστηριοτήτων και των χορευτικών συγκροτημάτων που συμμετείχαν. Συγχαρητήρια σε όλους.

Fed Square 2013

Πιο κάτω είναι το πρόγραμμα του Φεστιβάλ καθώς και όλα τα συγκροτήματα που συμμετείχαν.


Χοροεσπερίδα 2013

Annual Dinner Dance

This is the Annual Dinner Dance of Thessaloniki Association “The White Tower”. It has been another success story not only for those who were present, not only for the VIP’s who created an atmosphere of formality, but also for the dancing groups, and the history that it creates. The history of Greeks which involves a great deal of dancing, eating well and celebrating.

The event happened at Star Receptions, on Saturday 23rd November 2013 and many VIP’s supported it from the City of Melbourne, the State Government, the State Opposition, the Greek Orthodox Community and the Greek Consulate. The photo below is from this event.

Την ετήσια χοροεσπερίδα της διοργάνωσε με επιτυχία η Ένωση Θεσσαλονικέων στο Star Receptions, στις 23 Νοεμβρίου 2013 που την παρακολούθησαν πλήθος μελών και φίλων της Ένωσης. Πιο κάτω διακρίνεται το Δ.Σ. μαζί με τους επισήμους που παρευρέθηκαν.


Μουσική συναυλία στον Μ. Χατζιδάκη

Concert 2013

Thessaloniki Association “The White Tower” traditionally has a history of successful Festivals, Dinners and Concerts. This concert was themed by the unparallel contribution of Manos Hatzidakis to Greek Music and Dance. The event took place on November 17th, 2013 and was organised between Thessaloniki Association and the Cultural Group of Greek Women of Melbourne. Manos Hatzidakis (from Macedonia in Greece) has been a theorist of Greek Music who was born in 1925 and died in Athens in 1994. But his legend remains and will be for ever.

Η Ένωση Θεσσαλονικέων στα πλαίσια της επετείου των 29 Χρόνων από την Αδελφοποίηση των δύο πόλεων Θεσσαλονίκης και Μελβούρνης διοργάνωσε με την Πνευματική Εστία Ελληνίδων Μελβούρνης στις 17 Νοεμβρίου 2013, ένα απόγευμα διασκέδασης με το χορευτικό σχήμα “Επιστροφή” και τον ταλαντούχο μουσικό” Φαίδωνα Φερεντίνο. Η Εκδήλωση που στέφθηκε με επιτυχία έγινε στο Melbourne Town Hall (Δημαρχείο Μελβούρνης).

Concert 2013

Εβραίοι της Θεσσαλονίκης

The Jews of Thessaloniki

It is an important subject matter for Thessaloniki because the Jews traditionally have been living in large numbers in this city of Macedonia. In the early 19th Century there were about 51 thousand Jews living in Thessaloniki. This meant that one in every sixth of its citizens was a Jew by descend. The Jewish Museum and a number of Jewish buildings still remain intact today. The history of Jews in Thessaloniki was presented by Mr Dean Kalymniou on the 10th November 2013 at the clubrooms of Thessaloniki Association. This history has also been included in the annual magazine commemorating the events this year.

Η Ένωση Θεσσαλονικέων στα πλαίσια της επετείου των 29 χρόνων αδελφοποίησης της Μελβούρνης με τη Θεσσαλονίκη διοργάνωσε στις 10 Νοεμβρίου 2013, ομιλία του κ. Κώστα Καλυμνιού με θέμα “Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης”. Η επιτυχία της εκδήλωσης αυτής ήταν μεγάλη. Ακολουθούν μερικές φωτογραφίες από την εκδήλωση προς ενημέρωσή σας.

Ebraioi Thessalonikis

Θεσσαλονίκη 1915 – 1917

Μακεδονικός Αγώνας 1904 – 1908

Macedonian Struggle of 1904 – 1908

The recent history of Macedonia and its people under the Turkish occupation has been covered in this successful speech. The event took place at Oakleigh and was supported by three other Educational organisations of Melbourne,

It occurred on Sunday 3rd November 2013 and was taken up by Mr Iakovos Garivaldis, past Committee Member of Thessaloniki Association and Thessalonian by descend himself.

Εφημερίδα "Εμπρός", 11 Αυγούστου 1904

Εφημερίδα “Εμπρός”, 11 Αυγούστου 1904

Η επιτυχημένη εκδήλωση με τίτλο “Ο Μακεδονικός Αγώνας…” έγινε στο χώρο εκδηλώσεων της Ελληνικής Κονότητας Ώκλη, Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013. Ομιλητής ο κ. Ιάκωβος Γαριβάλδης, διευθυντής της Σχολής Ζήνων, πρώην Γραμματέας της Ένωσης Θεσσαλονικέων και τη στήριξαν οι εξής οργανισμοί:

Makedonikos Agonas

Το κείμενο του Μακεδονικού Αγώνα που παρουσιάστηκε στην εκδήλωση μπορείτε να το βρείτε στη διεύθυνση αυτή, στις ΜΝΗΜΕΣ – Αλησμόνητες Πατρίδες

Μακεδονικός Αγώνας

proksenio_elliniko_sto_MonastiriΜακεδονικος Αγωνας 1904 – 1908

Διάλεξη στο χώρο της Κοινότητας Ώκλη, Μελβούρνης, Αυστραλίας στις 03 Νοεμβρίου 2013. Η διάλεξη διοργανώθηκε από την Ένωση Θεσσαλονικέων “Ο Λευκός Πύργος”, την Κοινότητα Ώκλη και Περιχώρων το Ημερήσιο Ελληνικό Κολλέγιο Oakleigh Grammar και την Ελληνική Σχολή Ζήνων Μελβούρνης στο πλαίσιο 29ων γενεθλίων της αδελφοποίησης μεταξύ των πόλεων Θεσσαλονίκης και Μελβούρνης.
Τη διάλεξη, που έγινε στην Ελληνική γλώσσα, παρακολούθησε ένας μεγάλος αριθμός συμπαροίκων της Μελβούρνης.


Καλωσορίζω όλους, επισήμους, συμπαροίκους και φίλους, σήμερα στη διάλεξη που γίνεται στα πλαίσια των 29ων εορταστικών εκδηλώσεων αδελφοποίησης της φτωχομάνας Θεσσαλονίκης και της Πολυπολιτισμικής Μελβούρνης, με σκοπό να θυμηθούμε τους αγώνες του Ελληνισμού και ιδιαίτερα των Μακεδόνων.

Η διάλεξη αυτή έγινε μετά από πολύμηνη έρευνα στα αρχεία εφημερίδων της εποχής που βρίσκονται στην ψηφιακή σελίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας καθώς και στην ψηφιακή βιβλιοθήκη εφημερίδων της Αμερικής με τίτλο “Historical Newspapers Online”, και αποτελεί μια μικρή και επιγραμματική προσφορά στα γεγονότα που ρύθμισαν την ιστορία της Μακεδονίας κατά τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο ομιλητής απέκλεισε αναφορές και επισημάνσεις της ιστορίας από άλλες πηγές (εκτός των εφημερίδων της εποχής) λόγω της απεριόριστης προπαγάνδας που γίνεται από όλες τις πλευρές όσον αφορά την αυθεντικότητα των γεγονότων και της ιστορικής αλήθειας. Επίσης επιλογή έγινε μεταξύ φιλοκυβερνητικών εφημερίδων (που αποκλείστηκαν) και ουδετέρων για να φανεί όσο το δυνατόν πιο ζωντανή η πραγματικότητα.

O Μακεδονικός Αγώνας θεωρείται στην ελληνική εθνική ιστορία ο ηρωικός αγώνας των Ελλήνων της Μακεδονίας για τη διατήρηση της εθνικής τους ταυτότητας και της ανεξαρτησίας τους. Ένας αγώνας που από εθνική άποψη πρέπει να θεωρείται ως ο δεύτερος σημαντικότερος σταθμός, μετά την επανάσταση του 1821 με αντίκτυπο στις πολιτικές των κρατών της περιοχής ακόμη και σήμερα.

Αν η Ελλάδα είναι το προπύργιο της Ευρώπης με τη Μέση Ανατολή λόγω της γεωγραφικής της θέσης, τότε η Μακεδονία είναι το προπύργιο της Ελλάδας απέναντι στους Βουλγαρόφωνους γείτονές της. Ας μην το ξεχνά κανένας μας αυτό.

Πρέπει να θυμόμαστε επίσης πως ο αγώνας των Μακεδόνων δεν περιορίζεται στις δυο χρονολογίες 1904-1908. Η ιστορία, τουλάχιστον του Μακεδονικού Αγώνα, αρχίζει αμέσως με την επανάσταση του 1821 και τις επιτυχίες των Ελλήνων στην Πελοπόννησο που έδωσε παντού στους ομογενείς την ελπίδα ότι μπορεί ο ραγιάς να αποτινάξει τον Οθωμανικό ζυγό.

Επίσης ας σημειωθεί ότι βρέθηκε πως οι Βουλγαρόφωνοι της Μακεδονίας της εποχής από το 1895 μέχρι και τους Βαλκανικούς Πολέμους διοχέτευαν την προπαγάνδα τους στις μεγάλες δυνάμεις με δυο τρόπους. Πρώτα με δωροδοκίες σε δημοσιογράφους της εποχής από απεσταλμένους τους στη Γαλλία, Αγγλία και Αμερική και δεύτερον από μερικούς Εβραίους που γεννήθηκαν στη Μακεδονία και μετανάστευσαν στην Αμερική τροφοδοτώντας όχι μόνον τα μέσα ενημέρωσης με ψευδή γεγονότα, αλλά και συγκεντρώνοντας χρήματα για τον αγώνα των Βουλγάρων στην ένωση της Μακεδονίας με τη Βουλγαρία και τον Πανσλαυισμό. Εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί την προπαγάνδα εφόσον οι Βουλγαρόφωνοι σε πάρα πολλά άρθρα εμφανίζονται ως η μεγαλύτερη μάζα κατοίκων στη Μακεδονία, κάτι που δεν ευσταθεί.

Οι Οθωμανοί από πλευράς τους διοχέτευαν τις μεροληπτικές πληροφορίες και την προπαγάνδα τους για τα συμβάντα στη Μακεδονία την ίδια εποχή μέσω της φιλοτουρκικής πρεσβείας της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη που ταχυδρομούσε τα άρθρα στην εφημερίδα London Times, απ’ όπου διοχετεύονταν σε όλες τις αγγλόφωνες και άλλες χώρες.  Η ελληνική εξωτερική πολιτική της εποχής ήταν ανύπαρκτη και περιοριζόταν σε προσεγγίσεις αποσταλμένων των μέσων ενημέρωσης των μεγάλων δυνάμεων, που δεν είχαν κανένα σημαντικό αποτέλεσμα στην διαφώτιση του υπόλοιπου κόσμου για την πραγματικότητα.

Ο Αγώνας συνεχίζεται μέχρι σήμερα, κι έχουμε ένα προτέρημα να είμαστε ανθεκτικοί / αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε και ανεκτικοί ή ενδοτικοί. Ο Αγώνας αυτός στηρίζεται στη συνεχώς φθίνουσα δύναμη και ενεργητικότητα μεμονωμένων Ελλήνων πατριωτών ανά τον κόσμο, εφόσον η μόνη χώρα στον κόσμο δίχως Εθνική Στρατηγική είναι η Ελλάδα.


Ας αρχίσουμε όμως από τον πληθυσμό της Μακεδονίας πριν τις εξεγέρσεις του 1904 γιατί από τη στατιστική αυτή στην εικόνα εδώ θ’ αντιληφθούμε πολλά πράγματα. Αποτελεί τη μόνη αξιόπιστη στατιστική της περιόδου και προέρχεται από τους Τούρκους και δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα της Αμερικής το 1903.

Η Μακεδονία τότε αποτελούνταν από δυο μεγάλα Βιλαέτια (νομούς). Το Βιλαέτι του Μοναστηρίου και αυτό της Θεσσαλονίκης. Το Βιλαέτι Μοναστηρίου είχε 310,000 Έλληνες. Στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν 358,000 Έλληνες (βλ. εικόνα). Οι Βουλγαρόφωνοι ήταν πολύ λιγότεροι και όπως γνωρίζουμε από την ιστορία έφτασαν στη Μακεδονία κατά τον έκτο και έβδομο αιώνα μετά Χριστού. Οι Οθωμανοί ήταν περισσότεροι αλλά είχαν έρθει από την Μικρά Ασία, κι όταν απελευθερώθηκε η Μακεδονία έφυγαν δίχως να τους διώξει κανείς. Οπότε δεν λογαριάζονται αυθεντικοί κάτοικοι της περιοχής. Οι μόνοι αυθεντικοί κάτοικοι ήταν οι Έλληνες.

H Αμερικανική εφημερίδα “The Evening Star”, Φεβ. 1905, γράφει ότι «οι κάτοικοι της Μακεδονίας είναι Χριστιανοί κυρίως, μέλη της Ορθοδόξου Ελληνικής εκκλησίας… Οι αρχές είναι μωαμεθανοί και αρπάζουν φόρους από τους φτωχούς χωρικούς και βοσκούς που στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη…»

Ο Εμμανουήλ Παπάς (Σχέδιο του γλύπτη Κ. Παλαιολόγου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
Ο Εμμανουήλ Παπάς (Σχέδιο του γλύπτη Κ. Παλαιολόγου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)

Όπως προειπώθηκε ο Μακεδονικός Αγώνας αρχίζει από την Ελληνική Επανάσταση. Οι δυο εξεγέρσεις του Εμμανουήλ Παπά στη Χαλκιδική και του Ζαφειράκη Θεοδοσίου στη Νάουσα το 1822 είχαν καταπνιγεί από τους Τούρκους. Οι επαναστατικές κινήσεις των ετών 1839-1840, 1854 και 1866 επίσης ναυάγησαν, γιατί η ελληνική πλευρά λανθασμένα πίστευε ότι θα εκβίαζε την ενσωμάτωση της Μακεδονίας, αν την ενέτασσε στις διεθνείς κρίσεις της περιόδου.

Δεν ήταν καιρός όμως ακόμη η Μακεδονία ν’ απελευθερωθεί γιατί η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ακόμη ισχυρή ενώ η Ελλάδα που γεννιόταν τότε σαν κράτος έπρεπε αρχικά να μάθει να στηρίζεται στη δύναμή της.

Στα τέλη του 19ου προς 20ου αιώνα είχε δημιουργηθεί το λεγόμενο Βερχοβιστικό Μακεδονικό Κομιτάτο (ΒΜΚ) στη Βουλγαρία που έδρασε στην περιοχή της Μακεδονίας και Θράκης (Αδριανούπολης) από το 1895-1905 με στόχο την προσάρτηση και των δυο περιοχών στο Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας. Επίσης μεγάλη δράση είχε και η ως επί το πλείστον τρομοκρατική οργάνωση που συστάθηκε την ίδια περίοδο με τίτλο «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ)».

Σφραγίδα Βερχοβιστικού Κομιτάτου
Σφραγίδα Βερχοβιστικού Κομιτάτου

Για τα επόμενα 80 χρόνια περίπου, ο Ελληνισμός της Μακεδονίας αντιμετώπισε την καταπίεση από τους Οθωμανούς άρχοντες, αλλά και από τους Βουλγαρόφωνους κατευθυνόμενους της Βουλγαρικής Κυβέρνησης. Οι Βούλγαροι πάντα είχαν βλέψεις να καταλάβουν ολόκληρη την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης για λογαριασμό της ευρύτερης Βουλγαρίας και του Πανσλαυισμού.

Αναφερόμενοι στον αγώνα των Ελλήνων Μακεδόνων οι Βούλγαροι τον αποκαλούσαν «Ελληνική Ένοπλη Προπαγάνδα στη Μακεδονία».

Συνοπτικά θα πρέπει να ειπωθεί ότι στη Μακεδονία, όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη Οθωμανική Αυτοκρατορία, η καλύτερη και πιο γόνιμη γη στις πεδιάδες ανήκε κυρίως σε Μουσουλμάνους μπέηδες. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν αλβανικής καταγωγής και ασκούσαν παράλληλα χρέη φοροεισπράκτορα που αυθαιρετούσαν και χρηματίζονταν ασύστολα, διαθέτοντας μια ένοπλη τοπική χωροφυλακή.

Έτσι η ζωή των χωρικών ήταν σκληρή και η δικαιοσύνη δυσεύρετη. Μόνον στα ορεινά και στις πιο απομονωμένες περιοχές υπήρχαν ελεύθερα χωριά, σε άγονη γη. Πλήρωναν φόρους στους Τούρκους και ήταν στο έλεος ληστρικών συμμοριών όταν δεν ανέθεταν την ασφάλειά τους σε τοπικούς λήσταρχους.
Παρ’ όλα αυτά οι Έλληνες της Μακεδονίας «…επικρατούν εις την γεωργίαν και εις το εμπόριον του τόπου». (εφημ. Σκριπ, 8/4/1903)
Ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν αναπόφευκτο να ξεκινήσει μετά τις ταραχές που προξενούσαν σε όλη τη Μακεδονία οι Βουλγαρόφωνοι και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη με αποκορύφωμα τα γεγονότα Απριλίου 1903.

Δεν είναι τυχαίο ότι δυόμισι χιλιάδες βουλγαρόφωνοι είχαν συλληφθεί από τις Τουρκικές αρχές μετά εκείνα τα επεισόδια στη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρώτος ταραξίας των επεισοδίων το 1903 με το όνομα Μιτώφ που ανατίναξε το Γαλλικό πλοίο της εταιρίας Μασαζερή στην προκυμαία κατέφυγε στα Σκόπια για ν’ αποφύγει τη σύλληψη. Δεν είναι τυχαίο πως όλες οι επιχειρήσεις συμμοριών των κομιτατζήδων στη Μακεδονία προγραμματιζόταν σε συνεργασία μεταξύ Σκοπίων και Σόφιας. Δεν είναι τυχαίο ότι η όλη προπαγάνδα και ωμότητα στις αρχές του 20ου αιώνα κατευθυνόταν κυρίως εναντίον των Ελλήνων κατοίκων της Μακεδονίας.

Αξιοσημείωτο είναι ότι όλοι οι υπάλληλοι των Τουρκικών σιδηροδρόμων ήσαν Έλληνες. Οι περισσότεροι λογιστές, υπάλληλοι γραφείων και τραπεζών ήταν Έλληνες. Κι αυτό επειδή ο Ελληνισμός ήταν ο πιο μορφωμένος, ο πιο νομοταγής, ο πιο συνεργάσιμος πολίτης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Τα φτωχά ορεινά χωριά των Ελλήνων όμως, δίχως οδικό δίκτυο και απομονωμένα δέχτηκαν τον Αύγουστο 1902 την Βουλγαρική εχθρότητα, που με αρχηγούς τους Βασίλ Τσακαλάρωφ στο Σμαρδέσι, του Μήτρε Βλάχου στο Μακροχώρι και του Λαζάρ Ποπτράϊκωφ στο Δεντροχώρι δήλωσαν εξέγερση στο Σιδηροχώρι, κατευθυνόμενοι από τη βουλγαρική ανωτάτη αρχή (ΒΜΚ).

Τα όργανα προώθησης της προπαγάνδας των σχηματισμών αυτών των βουλγάρων ήταν οι εφημερίδες εντός και εκτός Μακεδονίας, οι εκβιασμοί των κατοίκων, οι δωροδοκίες και οι ωμότητες.

Όπως προείπαμε, τον Απρίλιο του 1903 στη Θεσσαλονίκη οι Βουλγαρόφωνοι προξένησαν καταστροφές σε μαγαζιά, τράπεζες και το λιμάνι της. Με τέτοιες πράξεις προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν στις μεγάλες δυνάμεις ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία δεν μπορούσε να ελέγχει τη Μακεδονία. Αλλά δεν κατόρθωσαν τίποτε άλλο από το να εκνευρίσουν τους Τούρκους, τους Έλληνες και τις μεγάλες δυνάμεις παρ’ όλο που η Σόφια καταδίκασε το γεγονός. Τελικά να εκνευρίσουν και τους συμμάχους τους Ρώσους.

boulgarΟι Βούλγαροι μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στη Θεσσαλονίκη, εξεγέρθηκαν και στο Μοναστήρι εναντίον των Τούρκων κι αυτά όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπασχε σαν τον άρρωστο από τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά, το δυσλειτουργικό μοντέλο διοίκησης, την αδυναμία της να εκβιομηχανιστεί αλλά και τα πολλά μέτωπα που είχε ανοίξει. Επίσης στις 19 Αυγούστου 1903 εξεγέρθηκαν και οι Βούλγαροι αγρότες στην Αδριανούπολη και πήραν τον έλεγχο μιας περιοχής στα όρη Στράντζα, δημιουργώντας αυτόνομη διοίκηση με το όνομα «Δημοκρατία της Στράντζα» που σύντομα κατεστάλη από τους Οθωμανούς.

Ως αποτέλεσμα οι Τούρκοι καίνε τα περισσότερα χωριά της περιοχής.

Την Άνοιξη του 1903 δημιουργήθηκε στην Αθήνα το Ελληνικό Αμυντικό Κομιτάτο υπό τον δημοσιογράφο Δημήτριο Καλαποθάκη, Το ΕΑΜ εμφανίζεται επίσημα για πρώτη φορά τον Ιανουάριο 1904 μπροστά στα γραφεία της ΦΑΑΘ (Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης).

Ακολούθησαν κάποιες αποστολές Ελληνικών ένοπλων σωμάτων (κατά κύριο λόγο Κρητών και Μανιατών

Σφραγίδα Κώττα Χρήστου
Σφραγίδα Κώττα Χρήστου

εθελοντών) στη Μακεδονία. Την ίδια εποχή ο οπλαρχηγός Κώττας Χρήστου επικεφαλής αντιπροσωπείας των Κορεστίων συναντήθηκε με το διάδοχο Κωνσταντίνο κι έτσι το Ελληνικό κράτος έκανε την αρχή συμμετέχοντας στον Αγώνα.

Οι Βούλγαροι μάλιστα όταν κατάλαβαν τη δράση του Κώττα Χρήστου αρχικά τον απειλούσαν. Μια από τις επιστολές που του έστειλαν ήταν πλαστή ότι τάχα ερχόταν από το Ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου σημειώνοντας ότι ο πράκτορας του Ελληνικού προξενείου ήθελε να τον συναντήσει στην Όστιμα (Τρίγωνο). Όταν έφτασε με τους άνδρες του εκεί οι Βούλγαροι ειδοποίησαν τους Οθωμανούς να τους εξοντώσουν αλλά οι Έλληνες κατάφεραν να διαφύγουν.

Έως το Μάιο του 1904 τα ενωμένα σώματα των Μακεδόνων και Κρητικών οπλαρχηγών, υπό τις γενικές οδηγίες του Κώττα Χρήστου έδρασαν στη Βορειοδυτική Μακεδονία, προσπαθώντας να εξοντώσουν τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Στο διάστημα αυτό ο Κώττας Χρήστου συνδέθηκε με όρκο φιλίας με τον Ευθ. Καούδη και αναγνωρίστηκε από τον Παύλο Μελά ως ηγετική μορφή του αγώνα.

Στις 9 Ιουνίου του 1904 όμως Οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε το κρησφύγετο του Κώττα στη Ρούλια (κοντά στη Φλώρινα) και τον συνέλαβε. Ακολούθησαν μεγάλες προσπάθειες από Ελληνικής πλευράς να απελευθερωθεί ο Κώττας αλλά οι Τούρκοι τελικά τον απαγχόνισαν στις 27 Σεπτεμβρίου 1905.

Τον Ιούλιο του 1904 ο Παύλος Μελάς μπαίνοντας στη Μακεδονία ως ζωέμπορος με το όνομα «Πέτρος Δέδες» συναντάται με τον Λάμπρο Κορομηλά στη Θεσσαλονίκη και συζητούν πιθανές επιχειρήσεις.

Στις 18 Αυγούστου 1904, όταν ετοιμάστηκαν όλα, ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα «Καπετάν Μίκης Ζέσης», με 35 άνδρες (Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικούς) ανέλαβε την αρχηγία του Μακεδονικού Αγώνα και σήκωσε το λάβαρο της επανάστασης εισερχόμενος ένοπλα στα Μακεδονικά εδάφη με εντολή να διοικεί τις μικρότερες ομάδες μεταξύ Μοναστηρίου και Καστοριάς.

Μόλις έμαθαν οι Οθωμανοί για την παρουσία του Παύλου Μελά, έστειλαν πολυάριθμο στρατό προς καταδίωξή του. Παρά τις συνεχείς διώξεις του Τουρκικού στρατού όμως ο Μελάς είχε αποδεκατίσει τις βουλγαρικές ομάδες με βάση τα χωριά Λιγκοβάνη και Λίχυβο. Στις 13 Οκτωβρίου 1904 όμως βρισκόμενος στη Στάτιστα (σημερινός Μελάς Καστοριάς) και προδομένος από τη Βουλγάρικη συμμορία του Μήτρου Βλάχου, περικυκλώθηκε από Οθωμανικό απόσπασμα 150 ανδρών. Ακολούθησε λυσσαλέα μάχη 2 ωρών και επειδή ο εχθρός ήταν πολυάριθμος επιχείρησε ηρωική έξοδο. Στην μάχη αυτή τραυματίστηκε θανάσιμα και πέθανε μετά από μισή ώρα στα χέρια Κρητικού φίλου του Γιώργου Στρατινάκη.

Εδώ υπάρχει μια ιστορία ταλαιπωρίας του σώματος του νεκρού Μελά την οποία δεν έχουμε χρόνο ν’ αναφέρουμε. Αλλά οι εθελοντές ως επακόλουθο πολλαπλασιάστηκαν θεαματικά μετά την πανελλήνια συγκίνηση που προκάλεσε ο θάνατος του Μελά.

εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, Ιανουάριος 1905
εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, Ιανουάριος 1905

Ο δε Μήτρος Βλάχος βρήκε κι αυτός το τέλος του, υποκύπτοντας στα τραύματά του στην Καστοριά στις 30 Ιανουαρίου 1905 όπως αναφέρει η ανακοίνωση αυτή της εφημερίδας Σκριπ. Δηλαδή τρεις μήνες μετά το θάνατο του Παύλου Μελά.

Ο Μακεδονικός Αγώνας εντάθηκε ακόμη πιο πολύ τον Μάρτιο του 1905, μετά από μια άγρια δολοφονία από βουλγαρόφρονες ακόμη ενός δασκάλου, αυτή τη φορά Καστοριανού, του Βασιλείου Μελεγκάνου που δίδασκε στο Κεφαλάρι και προκάλεσε πάγκοινη οργή. Ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης τότε διαμήνυσε:

«Πες τε στους Βασίλ Τσακαλάρωφ, Λαζάρ Ποπτράικωφ και τους λοιπούς πως αυτά που ξέρανε να τα ξεχάσουν, τα ψέματα τελείωσαν».

Κατόπιν εκκλήσεων του Μητροπολίτη Γερμανού Καραβαγγέλη και αξιωματικών του ελληνικού στρατού άρχισαν να οργανώνονται τοπικά τμήματα αυτοάμυνας σε Καστοριά και Φλώρινα. Πολλές εφημερίδες σχεδόν καθημερινά έγραφαν για αποτρόπαια εγκλήματα των Βουλγάρων. Όπως αυτό της εφημ. ΕΜΠΡΟΣ που στις 24 Ιανουαρίου 1906 έγραφε –

Εφημ. ΕΜΠΡΟΣ, 24 Ιανουαρίου 1906
Εφημ. ΕΜΠΡΟΣ, 24 Ιανουαρίου 1906

Οι συμμορίες των Βουλγάρων συνέχιζαν τις επιθέσεις σε άοπλους πολίτες ενώ η επίσης κατευθυνόμενη από τη Βουλγαρία οργάνωση ΕΜΕΟ ενεργούσε με σκοπό την βουλγαροποίηση Μακεδονίας και Θράκης. Οι ωμότητες και οι φόνοι ήταν κυρίως εναντίον δασκάλων και κληρικών Ελλήνων. Σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας λειτουργούσαν Βουλγαρικά και Ελληνικά σχολεία. Τα Βουλγαρικά ήταν δωρεάν σε αντίθεση με τα Ελληνικά.

εφημ. ΣΚΡΙΠ, 6 Οκτωβρίου 1907
εφημ. ΣΚΡΙΠ, 6 Οκτωβρίου 1907

Το μεγαλύτερο μέρος του διδακτικού προσωπικού στα Εξαρχικά σχολεία των Βουλγάρων ήταν ψευτοδιδάσκαλοι κατευθυνόμενοι από τη Σόφια, που εκδιώχθηκαν από τις Τουρκικές αρχές όταν έγινε το γεγονός αντιληπτό (εφημ. Σκριπ 8/10/1907, σελ. 4) – ‘’Στα Βουλγαρικά σχολεία και πάνω στους τοίχους ανέγραφαν: «Μισείτε τους Έλληνας» ως ρητό θρησκευτικό, αυτό θα βλέπατε και σε εργόχειρα στα σπίτια τους όπως και στον λόγο τους’’ (δημοσιογράφος Ευστρατιάδης, 1903).

Επίσης η Μακεδονία υπέστη και πολιτιστική εξαθλίωση. Οι Βούλγαροι κατελάμβαναν εκκλησίες και σχολεία και κατέστρεφαν τις περιουσίες των κατοίκων που αντιστέκονταν. Σκότωναν Έλληνες πολίτες με το πρόσχημα της προδοσίας, βίαζαν και διαμέλιζαν γυναίκες και παιδιά. Οι Τουρκικές αρχές σ’ όλα αυτά έκαναν τα στραβά μάτια.

Εφημ. ΣΚΡΙΠ, 8 Οκτ. 1907
Εφημ. ΣΚΡΙΠ, 8 Οκτ. 1907

Δείγμα είναι το επεισόδιο όπου συμμορία Βουλγάρων (8 Οκτωβρίου 1907) κατέστρεψαν το Ράκοβο, ένα χωριό νοτιοδυτικά του Μοναστηρίου. (εφημ. Σκριπ 11 Οκτ. 1907) και οι Τούρκοι παρ’ όλο που προειδοποίησαν τον ελληνικό πληθυσμό δεν έκαναν τίποτα να σταματήσουν τις συμμορίες των κομιτατζήδων με αποτέλεσμα την παντελή καταστροφή του Ρακόβου. Το Ράκοβο είχε καταστραφεί με φωτιά και από τους Οθωμανούς και το 1903.

Τα αντίποινα των ελληνικών σωμάτων αντίστασης ήταν εξ’ ίσου τραυματικά με συλλήψεις κομιτατζήδων εξόντωσή τους. Οι Έλληνες έχοντας δυο εχθρούς ν’ αντιμετωπίσουν, αν αφαιρέσουμε τους Ρουμάνους και Ρώσους που υποβοηθούσαν τους Βουλγάρους. Το 1909 έγινε η μυστική Συνθήκη της Πετρούπολης μεταξύ Ρωσίας και Βουλγαρίας.

Από την άλλη πλευρά η απραγία της Ελληνικής Κυβέρνησης Δηλιγιάννη, σε τέτοιου είδους φαινόμενα καταστροφής του Ελληνικού πληθυσμού, είχε ως αποτέλεσμα για μια ακόμη φορά οι πληγέντες Έλληνες Μακεδόνες να μεταναστεύουν μαζικά στο εξωτερικό (εφημ. Σκριπ. 14 Οκτ. 1907).

Τις ίδιες ημέρες που έγινε η καταστροφή στο Ράκοβο σφαγιάστηκαν κι άλλοι έξι έλληνες στο Μελένικο (εφημ. Σκριπ 11 Οκτ. 1907).

Ακόμη και το Νοέμβριο του 1908, μετά την επίσημη σύσταση των Νεότουρκων που υποτίθεται θα έφερναν ειρήνη στην περιοχή της Μακεδονίας, οι Βούλγαροι συνεχίζουν να στέλνουν αξιωματικούς του στρατού τους και οπλισμό στη Μακεδονία με σκοπό να στηρίξουν τις εκεί συμμορίες κομιτατζήδων.
Για την ιστορία ν’ αναφέρουμε ότι όπως πάντα στον Ελληνισμό, έτσι και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα είχαμε αρκετούς αρνησιπάτρηδες.

Ο Αλέκος Αγγελίδης στο βιβλίο του «Αναδρομή στην Ιστορία της Μακεδονίας – Τόμος Α’» μιλάει εκτενέστατα για τη δράση ενός μεγαλοκτήμονα με το όνομα Νικόλαος Μπίτζιος και του αδερφού του Γιαννάκη Μπίτζιου που επαλειμμένα συνωμότησαν εναντίον των Ελλήνων στην περιοχή της Κατερίνης και του Κίτρους.

Ο οπλαρχηγός Παντελής Παπαϊωάννου, άλλος ένας Μακεδονομάχος, τον Αύγουστο 1907 περικυκλώθηκε, μετά από προδοσία κάποιου ονόματι Πέτσε, από Οθωμανικό στρατό και μαζί με το σώμα των 9 ανδρών του εξοντώθηκε.

Βιβλίο Α. Αγγελίδη "Αναφορά στην Ιστορία της Μακεδονίας - Β'" Εκδόσεις ΜΑΤΙ
Βιβλίο Α. Αγγελίδη “Αναφορά στην Ιστορία της Μακεδονίας – Β'” Εκδόσεις ΜΑΤΙ

Επίσης ο Αγγελίδης μιλώντας για την ίδια εποχή 1904-1906 μιλάει για κάποιον Βλάχο με το όνομα Αδάμος από τα Καλύβια της Πάλιανης. («Αναδρομή στην Ιστορία της Μακεδονίας – Μέρος Β’», Α. Αγγελίδης, σελίδα 59, εκδόσεις ΜΑΤΙ)

Η αγάπη όμως για την πατρίδα των Μακεδονομάχων δεν μπορούσε να πτοηθεί από τέτοια. Όταν ήρθε η αντίποινα των Ελλήνων Μακεδόνων κατά των βουλγαρόφωνων ήταν εξίσου αποφασιστική και εκδικητική. Εφόσον το Τουρκικό κράτος αδυνατούσε να ελέγξει την κατάσταση και οι μεγάλες Δυνάμεις είχαν τις δικές τους εχθροπραξίες αρκούμενες μόνον σε υποδείξεις, οι Έλληνες Μακεδόνες αναγκάστηκαν να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους.
Έτσι, οι Μακεδονομάχοι επιστράτευσαν κάθε τι που μπορούσε να τους βοηθήσει στον αγώνα, ακόμη και τις γυναίκες τους.

Οι γυναίκες των Μακεδονομάχων είχαν μια πολύ σοβαρή συμβολή στον Αγώνα. Χαρακτηριστική η συμβολή της Ναταλίας Μελά, συζύγου του Παύλου Μελά και αδερφής ενός άλλου αγωνιστή, διπλωμάτη, πολιτικού και λογοτέχνη, του Ίωνα Δραγούμη. Ο Ίωνας Δραγούμης ήταν υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας, κατηγορήθηκε όμως για την απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου και εκτελέστηκε εν ψυχρώ.

Η Ναταλία Μελά (αλλιώς Παύλαινα) που γεννήθηκε το 1871 υπήρξε μια ηρωική μορφή του αγώνα που σφράγισε με πράξεις φιλοπατρίας και θυσιών την εθνική μας ζωή στο μεγαλύτερο μέρος του αιώνα. Η Ναταλία έλαβε λαμπρή μόρφωση και ανατροφή και γαλουχήθηκε με τα υψηλά ιδανικά της φιλοπατρίας. Δάσκαλός της ο Θεοχάρης Πεντζίκης (θεσσαλονικεύς) κι εκτός από τα νέα και αρχαία ελληνικά μιλούσε άλλες τρεις γλώσσες, ενώ ήταν και καλλιτέχνης. Με τον Παύλο απέκτησαν δυο παιδιά τον Μίκη και τη Ζέσα. Εξ’ ου και το ψευδώνυμο του Παύλου Μελά στον αγώνα «Μίκης Ζέσας».
Οι Έλληνες ομογενείς της Αμερικής είχαν κι αυτοί τη δική τους συμβολή στον αγώνα του Μακεδονικού Ελληνισμού.

Δωρεά Ελλήνων Αμερικής. Εφημ. ΣΚΡΙΠ, Οκτ. 1907
Δωρεά Ελλήνων Αμερικής. Εφημ. ΣΚΡΙΠ, Οκτ. 1907

Η εφημ. Σκριπ στις 4 Οκτ. 1907 έγραφε για μεγάλη δωρεά δύο πολεμικών πλοίων στον Ελληνικό στόλο που βγήκαν από τα κέρδη κάποιας Ελληνο-Αμερικανικής Εταιρίας κατασκευής σοκολάτας και μπισκότων. Η δωρεά προσέφερε ένα μεγάλο ποσοστό των κερδών κατ’ έτος στην αγορά πολεμικών πλοίων για τον ελληνικό στόλο. Επίσης στο Ταϊγάνιο οι ομογενείς συγκέντρωσαν το ποσό των 9504 φράγκων για ενίσχυση της Επικούρου Επιτροπής των Μακεδόνων (Εφημ. Εμπρός – Αύγουστος 1904).

Τελικά το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα ήρθε σχεδόν άδοξα, όταν συστάθηκαν κι επίσημα πλέον οι Νεότουρκοι, που ήταν ένα Τουρκικό εθνικιστικό κόμμα με σύνθημα «Ένωση και Πρόοδος» και παρουσιάστηκαν στη Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 1908 με σκοπό την επαναφορά του Συντάγματος του 1876 που δεν είχε μακροημερεύσει. Ανάμεσά τους, ποιος άλλος, ο Κεμάλ Ατατούρκ.

Αρχικά οι Νεότουρκοι αποτελούνταν από μια μοίρα νεαρών αξιωματικών, αργότερα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Ισχυρίζονταν ότι υποστήριζαν το δικαίωμα όλων των κατοίκων να έχουν τη δική τους θρησκεία και δικά τους σχολεία, εφόσον η πρώτη γλώσσα ήταν η Τουρκική. Η Ελληνική κυβέρνηση έκανε το λάθος να δει ευνοϊκά το κίνημα των Νεότουρκων και ο υπουργός εξωτερικών Μπαλτατζής δήλωσε ότι η Ελληνική κυβέρνηση στηρίζει το Σύνταγμα. Τον ίδιο καιρό τέθηκε και θέμα Κρήτης όταν οι Νεότουρκοι έδειχναν πως θέλουν την κατάργηση της αυτονομίας και προσάρτησή της στο Οθωμανικό κράτος.

Παιχνίδι έπαιξαν και οι ξένες δυνάμεις με πρωτοστάτη τη Βρετανία η οποία μέσω του Υπ. Εξωτερικών της στήριζε την τριπλή συμμαχία μεταξύ Βουλγάρων, Τούρκων και Ελλήνων και την αυτονομία της Κρήτης.

Εφημ. ΣΚΡΙΠ 24 Οκτωβρίου 1907
Εφημ. ΣΚΡΙΠ 24 Οκτωβρίου 1907
Εφημ. ΣΚΡΙΠ, Αύγουστος 1908
Εφημ. ΣΚΡΙΠ, Αύγουστος 1908

Οι Νεότουρκοι όμως στην ουσία δεν εισήγαγαν νέα δεδομένα στην πολιτική ζωή, αν και επιδίωξαν επίμονα την επανεξέταση των μεταρρυθμίσεων. Υιοθέτησαν φιλελεύθερες ιδέες, συνηγορώντας ταυτόχρονα υπέρ της επαναφοράς των ισλαμικών αξιών, με το επιχείρημα ότι έτσι θα διαφύλασσαν τη λαϊκή κυριαρχία. Στην πράξη όμως επεδίωκαν τον εκτουρκισμό των χριστιανών και την τουρκική γλώσσα να επικρατήσει πάνω απ’ όλες τις άλλες.

Όταν άρχισαν οι μεταρρυθμίσεις των Νεότουρκων συνάμα άρχισε για μια ακόμη φορά και η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των Ελλήνων στη Μακεδονία και Θράκη. Έδειξαν δηλαδή το πραγματικό τους πρόσωπο.

Ας σημειωθεί εδώ ότι καθ’ όλη την περίοδο 1904-1912 αναδιοργανώθηκε, εκπαιδεύτηκε και ενισχύθηκε ο Ελληνικός στρατός και ο στόλος με αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι έτοιμη για τους Βαλκανικούς Πολέμους που ακολούθησαν.

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ – η συμβολή Ιταλών εθελοντών

Ας αναφέρουμε τώρα ένα μικρό κομμάτι των βαλκανικών πολέμων που παραμένει στη μνήμη μου νωπό όπως όταν το πρωτοδιάβασα. Δεν καλύπτουμε με τα γραφόμενα εδώ την ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων. Ούτε καν καλύπτουμε το ένα εκατοστό των γεγονότων, αλλά αναφέρουμε εδώ κάτι που ίσως δεν είναι ευρέως γνωστό.

Μετά την κήρυξη του βαλκανικού πολέμου του 1912, τις πρώτες επιτυχίες του ελληνικού τακτικού στρατού στα ελληνοτουρκικά σύνορα και τη νικηφόρα προέλασή του, κρίθηκε αναγκαίο να γίνουν δεκτοί αυτοί… που ήθελαν κατάταξη στα εθελοντικά σώματα.

Αλέξανδρος Ρώμας

Τη στιγμή εκείνη δεν ήταν δυνατό να μείνουν απαθείς στο μεγάλο απελευθερωτικό αγώνα άντρες περιωπής και υψηλού φρονήματος όπως ο Ιταλός στρατηγός Ριτσιώτης Γαριβάλδης και ο κώμης Αλέξανδρος Ρώμας, βουλευτής Ζακύνθου και πρώην πρόεδρος της βουλής των Ελλήνων.

Άνδρες οι οποίοι είχαν συμμετάσχει στον πόλεμο του 1897 και είχαν αγωνιστεί τόσο γενναία στο αριστερό τμήμα της παράταξης στη μάχη του Δομοκού. Οι ερυθροχίτωνες που βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές τους Ιταλοί, Έλληνες και Γάλλοι, καταλαμβάνονταν από ενθουσιασμό στην πρώτη βροντή του τηλεβόλου υπέρ της ελευθερίας ενός καταδυναστευόμενου λαού.

Αμέσως συνεννοήθηκαν τηλεφωνικά οι Γαριβάλδης και Ρώμας και αποφάσισαν να καταρτίσουν σώμα ερυθροχιτώνων, το οποίο να πάρει μέρος στον πόλεμο. Γι αυτό ζήτησαν την έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης και του τότε αρχιστράτηγου Διαδόχου Κωνσταντίνου.

Η έγκριση που ζητήθηκε δόθηκε αμέσως και η κυβέρνηση διέταξε τις αρμόδιες αρχές να παραχωρήσουν τα απαραίτητα για τον καταρτισμό του σώματος. (γράφει ο Ηλίας Γάγαλης)

Σημειωτέο είναι ότι ο Βουλγαρόφωνος από τα Σκόπια Βίκτωρ Σαράφωφ είχε το 1904 επισκεφτεί την Ιταλία και είχε συνομιλίες με τον Ριτσιώτη Γαριβάλδη για συμβολή των ερυθροχιτώνων στην απελευθέρωση της Μακεδονίας με σκοπό την προσάρτησή της στη Μεγάλη Βουλγαρία. Ο Ριτσιώτης Γαριβάλδης είχε βέβαια αρχίσει να καλεί εθελοντές στην Ιταλία από το 1903 για συμμετοχή στον αγώνα των Μακεδόνων. Επέλεξε όμως να συμμετέχει στον αγώνα των Ελλήνων Μακεδονομάχων και όχι των Βουλγαρόφωνων παρ’ όλο που κανείς δεν του το ζήτησε από την Ελλάδα, εκτός από τη συνεννόηση που είχε με τον πιο πάνω αναφερόμενο Α. Ρώμα.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να θυμηθούμε μερικά από τα επιτεύγματα του Ελληνικού Στρατού στη Μακεδονία με το πέρας των Βαλκανικών πολέμων, μια και εορτάζουμε φέτος 100 χρόνια από την απελευθέρωση τόσων πολλών περιοχών της Βόρειας Ελλάδας.

Ας γίνει μνεία των 100 χρόνων λευτεριάς για τις εξής ελληνικές περιοχές.

  • Κιλκίς (21 Ιουνίου)
  • Καβάλα (26 Ιουνίου)
  • Σιδηρόκαστρο (28 Ιουνίου)
  • Σέρρες (28 Ιουνίου)
  • Δράμα (1 Ιουλίου)
  • Αλεξανδρούπολη και Ξάνθη (12 Ιουλίου)
  • Κομοτηνή (14 Ιουλίου)

Κλείνουμε μ’ ένα σχόλιο ενός ομογενούς το 1913:

Η Ελλάς η μικρά, η αφανής, η ερίζουσα, η εκτεταμένη και ασύντακτος, η απειλουμένη και προπηλακιζομένη και ικετεύουσα, η ίδια Ελλάς της αρχαιότητος παρουσιάσθη και εν των αιώνι μας. (Μακεδονία, 25/8/1913, ομογενής εν Αμρίτσαρ Ινδιών, Ι. Κυπριανίδης).

Ιάκωβος Γαριβάλδης


• Φωτογραφικό και αρχειακό υλικό του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα στη Θεσσαλονίκη
• Α. Αγγελίδης, «Αναδρομή στην Ιστορία της Μακεδονίας – Μέρος Α», εκδόσεις Μάτι, Κατερίνη
• Α. Αγγελίδης, «Αναδρομή στην Ιστορία της Μακεδονίας – Μέρος Β», εκδόσεις Μάτι, Κατερίνη
• Α. & Γ. Χαΐτογλου, «Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13, μέσα από τα επιστολικά δελτάρια της Ατλαντίδας», 2012
• Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, εκδόσεις 1904 έως 1912, του αρχείου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος
• Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, εκδόσεις 1904 – 1908, του αρχείου της Εθνικής Βιβλίοθήκης της Ελλάδος
• Ιστοσελίδα Βικιπαιδείας στο Διαδίκτυο, διεύθυνση http://el.wikipedia.org, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2013
• Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνισμού, Ευάγγελου. Κεχριώτης Ευάγγελος, «Επανάσταση των Νεότουρκων», Encyclopaedia of the Hellenic World, Constantinople και ιστοσελίδα: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=11380>
• Εγκυκλοπαίδεια τύπου στο Διαδίκτυο, Chronicling America – Historic American Newspapers, National Endowment for Humanities, Library of Congress, USA http://chroniclingamerica.loc.gov – Εφημερίδες “New York Times”, “Bisbee Daily Review”, “Hawaiian Gazette”, εκδόσεις 1900-1918.

Makedonikos Agonas

Πληθυσμός Θεσσαλονίκης

Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης


26 Οκτωβρίου 1912 – Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης


Α. Το χρονικό της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τον Ελληνικό στρατό σύμφωνα με τον Βρετανό ανταποκριτή των TIMES Κρόφορντ Πράις.


Γ. Το πρωτόκολλο της παράδοσης

Δ. Φωτογραφίες


Ευριπίδης Μπίλλης
Τ. Επίκουρος Καθηγητής ΕΜΠ


A. Το χρονικό της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τον Ελληνικό στρατό σύμφωνα με τον Βρετανό ανταποκριτή των TIMES Κρόφορντ Πράις (26 Οκτωβρίου 1912)    (Υπό Κρόφορντ Πράις, ειδικού απεσταλμένου εφημερίδος «Times»)

Το θέμα της Θεσσαλονίκης δημιούργησε ζωηρές αντιγνωμίες. Τα γεγονότα διαστράφηκαν με κακοβουλία και κακεντρέχεια. Θεώρησα καθήκον μου να επεκτείνω τις παρατηρήσεις μου με εξονυχιστική έρευνα. Κατά τη διάρκειά της κατάφερα να συγκεντρώσω πολλά έγγραφα. Πιστεύω ότι η αφήγησή μου είναι από κάθε άποψη αυθεντική.

Οι έξι μεραρχίες του ελληνικού στρατού πέρασαν τον ποταμό Αξιό την 25η Οκτωβρίου. Το αρχηγείο του εγκαταστάθηκε στο Τοψίν.

Στις 4.30μμ ο  διάδοχος Κωνσταντίνος ειδοποιήθηκε ότι  ειδικό τρένο είχε φθάσει στο Τεκελί (όπου ήδη δύο τάγματα ευζώνων με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Κωνσταντινόπουλο, είχαν κάνει στάση). Το τρένο μετέφερε τους απεσταλμένους αντιπροσώπους με γράμμα του Ταχσίν Πασά, αρχιστρατήγου των τουρκικών στρατευμάτων, τα οποία υπερασπίζονταν τη Θεσσαλονίκη. Το γράμμα πληροφορούσε τον διάδοχο Κωνσταντίνο ότι οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων, μαζί με κάποιους Τούρκους αξιωματικούς, παρακαλούσαν τον επικεφαλής των ελληνικών στρατευμάτων να αναβάλλει την επίθεση στη Θεσσαλονίκη μέχρι την πραγματοποίηση αυτής της συνάντησης.

Τον διάδοχο πίεσαν να δεχτεί την επιτροπή στο Τοψίν, οι πρόξενοι της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας, τους οποίους συνόδευε ο Τούρκος στρατηγός Σεφίκ Πασάς, φρούραρχος της Θεσσαλονίκης. Οι πρόξενοι δήλωσαν στην Α.Β υψηλότητα ότι ο Τούρκος αρχιστράτηγος ήταν διατεθειμένος να δεχθεί την αποφυγή κάθε στρατιωτικής επιχείρησης, με τον όρο ότι θα του επιτραπεί να αποσυρθεί

Η προέλαση του Ελληνικού στρατού προς την Θεσσαλονίκη με τον στρατό του στο Καραμπουρνού, μέχρι να υπογραφεί η ειρήνη. Η αποδοχή αυτών των όρων θα έδινε στον ελληνικό στρατό το δικαίωμα να καταλάβει την πόλη την επόμενη της 26ης Οκτωβρίου.

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος απάντησε ότι καταλαβαίνει τον κίνδυνο τον οποίο διέτρεχε η πόλη της Θεσσαλονίκης και αυτή ήταν η επιθυμία του, αλλά πρώτος και κύριος στόχος του ήταν να νικήσει τον εχθρό και να επιμείνει στην παράδοση και αφοπλισμό του τουρκικού στρατού σε Θεσσαλονίκη και Καραμπουρνού. Επιθυμία του ήταν να επιτρέψει στους Τούρκους αξιωματικούς να κρατήσουν τα ξίφη τους με την προϋπόθεση ότι θα του υποσχεθούν με το λόγο της στρατιωτικής τους τιμής ότι δεν θα συμμετάσχουν στο μέλλον σε επιχειρήσεις εναντίον των συμμαχικών στρατευμάτων. Ο Τούρκος στρατηγός Σεφίκ Πασάς δήλωσε ότι έπρεπε να συνεννοηθεί με τον αρχηγό του για την αποδοχή των όρων. Του δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης μέρας, 26 Οκτωβρίου, σε περίπτωση που δεν δινόταν ικανοποιητική απάντηση.

Στις 5 το πρωί της 26ης Οκτωβρίου ο Σεφίκ Πασάς επέστρεψε φέρνοντας την απάντηση του Ταχσίν Πασά, ο οποίος δεχόταν όλους τους όρους εκτός από την παράδοση του Καραμπουρνού και της διατήρησης υπό τα όπλα 5.000 ανδρών για τη προστασία των αόπλων αιχμαλώτων του.

Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε κάθε τροποποίηση των όρων. Οι Τούρκοι αντιπρόσωποι ζήτησαν νέα εξάωρη προθεσμία για να συνεννοηθούν και πάλι με τον Ταχσίν Πασά, αλλά δεν τους δόθηκε. Ο Σεφίκ Πασάς ειδο

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 26 Οκτωβρίου 1912 ο συγκεντρωμένος έξω από την Θεσσαλονίκη ελληνικός στρατός εγκατέλειψε τις θέσεις του και προχωρούσε προς τη πόλη. Η ταξιαρχία του ιππικού προχωρούσε προς τη Γιουβέσνα, στο δρόμο προς τις Σέρρες, με στόχο να ανακόψει την τουρκική υποχώρηση.ποιήθηκε ότι θα εκδοθεί αμέσως διαταγή άμεσης προέλασης για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Η 2η μεραρχία με το στρατηγό Κολλάρη βάδιζε από το Βατελίκ σε Δρεμίγλάβα και Μπάλτζαν. Οι μεραρχίες 1η,3η και 7η περνούσαν τη γραμμή Αραπλή – Σαρτομιέρ-Μπουναρτζά και προχωρούσαν για να επιτεθούν στους Τούρκους στη γραμμή Λεμπέτ-Νταουτμπαλή-Γκραδμπίορ. Στις 2 το μεσημέρι ολόκληρος ο ελληνικός στρατός είχε αναπτυχθεί σε τάξη μάχης απέναντι στις εχθρικές θέσεις.

Στις 12.30 το μεσημέρι ο διάδοχος Κωνσταντίνος μαζί με το επιτελείο του ξεκίνησαν έφιπποι για να παρακολουθήσουν την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων προς το Σιαμλί.



Στις 3 το μεσημέρι, ενώ ο διάδοχος παρακολυθούσε την προέλαση της 1ης και 7ης μεραρχίας, έφθασε έφιππος ανθυπίλαρχος ο οποίος έφερε την πληροφορία ότι στις 11 το πρωί η ελληνική ταξιαρχία ιππικού συνάντησε μικτό σύνταγμα ιππικού από βουλγάρους και Σέρβους σε απόσταση 32 χλμ ΒΔ της Θεσσαλονίκης. Την ακολουθούσε σε απόσταση τριών ωρών (12-15 χλμ) μικτή ταξιαρχία. Πίσω από αυτή, σε απόσταση πάλι τριών ωρών, ακολουθούσε μία μεραρχία ως οπισθοφυλακή. Το μικτό σύνταγμα είπε ότι θα διανυκτερεύσει στο Γκολόμπασι. Αυτή ήταν η πρώτη είδηση που έφθανε στο ελληνικό αρχηγείο για την προσέγγιση βουλγαρικής στρατιωτικής δύναμης. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος αμέσως μόλις έμαθε τα γεγονότα έγραψε στον βούλγαρο στρατηγό την επιστολή (όπως αναφέρει την πήρε από βουλγαρική πηγή):

Αρχηγείον ελληνικού στρατού προ Θεσσαλονίκης

Οκτωβρίου 26 1912, ώρα 3μμ

Στρατηγέ μου,

Αυτή τη στιγμή πληροφορήθηκα ότι το ιππικό σας έφθασε στο χωριό Αποστολάρ, και ότι το ακολουθείτε σε απόσταση 10 χλμ και τέρμα της πορείας σας είναι η Θεσσαλονίκη. Εκφράζω τη χαρά μου για αυτή τη συνάντηση των στρατευμάτων μας και έχω την τιμή να σας πληροφορήσω ότι βρίσκομαι ήδη επικεφαλής του στρατού μου μπροστά στην πόλη αυτή, στην οποία επειδή δεν προβλέπω καμιά σοβαρή αντίσταση, θα μπω πιθανότατα απόψε. Σπεύδω να σας ανακοινώσω την πληροφορία αυτή για να μην μπείτε στον κόπο να προχωρήσετε προς τη Θεσσαλονίκη. Και εάν το θεωρήσετε ωφέλιμο, πηγαίνετε με τις δυνάμεις σας όπου υπάρχει επείγουσα στρατιωτική ανάγκη.

Ο Αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  “δούκας της Σπάρτης”


Προς τον στρατηγό Θεοδωρώφ

Στη συνέχεια ο Έλληνας αρχιστράτηγος ανέβηκε στο άλογό του και κατευθύνθηκε βόρεια.

Η επίσημη παράδοση της Θεσσαλονίκης στο χωριό Γέφυρα σημείο όπου το κέντρο του στρατού του πέρασε το Γαλλικό ποταμό. Το μεσημέρι ο ελληνικός στρατός βρισκόταν οκτώ χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Στις 3.15 έφθασε στις ελληνικές προφυλακές Τούρκος αξιωματικός με λευκή σημαία. Έφερνε γράμμα του Χασάν Ταχσίν πασά προς τον διάδοχο, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή της 3ης Μεραρχίας. Το γράμμα έγραφε:

Προς την Α.Υψηλότητα τον πρίγκιπα Κωνσταντίνο, αρχηγό του ελληνικού στρατού

“Έχω την τιμή να πληροφορήσω την Υμετέρα Υψηλότητα ότι αποδέχομαι την πρότασή σας την οποία κάνατε χθες.”

ΧΑΣΑΝ ΤΑΧΣΙΝ, στρατηγός μεραρχίας και διοικητής του 8ου σώματος του οθωμανικού στρατού.

Μόλις πήρε το τουρκικό έγγραφο για την άνευ όρων παράδοση της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό σταμάτησε η προέλασή του. Διατάχτηκε όμως η 7η μεραρχία με το απόσπασμα των δύο ταγμάτων ευζώνων, να συνεχίσουν την πορεία τους και να καταλάβουν τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Ταυτόχρονα διατάχτηκαν δύο αξιωματικοί του επιτελείου του, ο συνταγματάρχης Δούσμανης και ο λοχαγός Ι.Μεταξάς, να φύγουν για να συναντηθούν με τον Χασάν Ταχσίν πασά. Στις 11 το βράδυ υπέγραφαν στο κυβερνητικό κονάκι της Θεσσαλονίκης το πρωτόκολλο της παράδοσης της Θεσσαλονίκης με τον τουρκικό στρατό που βρισκόταν σ’ αυτήν (25.000 άνδρες, 1.000 αξιωματικοί, 70 πυροβόλα και το φρούριο Καραμπουρνού).

Την παράδοση της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό ανήγγειλε ο διάδοχος Κωνσταντίνος με επείγον τηλεγράφημα στον Βασιλιά και στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Η αναφορά αυτή προς το υπουργείο στρατιωτικών δεν έφθασε έγκαιρα στον πρωθυπουργό, ο οποίος ανησύχησε από τις πληροφορίες για κάθοδο των Βουλγάρων προς την Θεσσαλονίκη, και έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα:

Αρχηγείον στρατού, αρ.80200

Παραγγέλεσθε να αποδεχθήτε την προσφερομένην υμίν παράδοσιν της Θεσσαλονίκης και να εισέλθητε εις αυτήν άνευ αναβολής. Καθιστώμεν υπεύθυνον δια πάσαν αναβολήν, έστω και στιγμής.


Στις 2 το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Βενιζέλος έμαθε για την αναφορά του διαδόχου για την παράδοση της πόλης από τις 11 το βράδυ και διέταξε να μην διαβιβαστεί το τηλεγράφημα προς τον διάδοχο-αρχιστράτηγο «διότι δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές καταστάσεις».

Στις 4 το πρωί της 26ης προς την 27η Οκτωβρίου, ο διάδοχος μπήκε με το επιτελείο του στη Θεσσαλονίκη και επιθεωρούσε την 1η ελληνική μεραρχία που έμπαινε στη πόλη.

Μέχρι τις 3 το  μεσημέρι της 26ης Οκτωβρίου ο διάδοχος – αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος και το επιτελείο του δεν γνώριζαν ότι πλησίαζε και ο βουλγαρικός στρατός. Μόνο το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου, όταν η ελληνική ταξιαρχία ιππικού προχωρούσε από Γενίκιοϊ σε Γιουβένσα συνάντησε στο δρόμο των Σερρών βουλγαρική φάλαγγα.

Ο ανθυπίλαρχος Στάικος του ελληνικού ιππικού διατάχτηκε να προχωρήσει και να συναντήσει το βουλγαρικό στρατιωτικό τμήμα. Όταν πλησίαζε στη Γιουβένσα, βρήκε την φάλαγγα που μόλις είχε σταματήσει τη πορεία της. Ο στρατηγός Πετρόφ και ο Στάντσεφ – βούλγαρος πρεσβευτής στο Παρίσι, που τώρα υπηρετεί στο στρατό- μόλις είχαν κατεβεί από τα άλογά τους. Ο Έλληνας ανθυπίλαρχος ενημέρωσε τον στρατηγό Πετρόφ ότι ο τουρκικός έχει ήδη περικυκλωθεί από τον ελληνικό στρατό και διαπραγματεύεται τη συνθηκολόγηση και την παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Ο στρατηγός Πετρόφ απάντησε ότι δεν γνώριζε τίποτα σχετικό και ήταν αποφασισμένος να επιτεθεί και να βομβαρδίσει τη Θεσσαλονίκη νωρίς το επόμενο πρωί. Η συνομιλία Στάικου – Πετρόφ μεταδόθηκε αμέσως στο ελληνικό αρχηγείο.

Πρωί 27ης Οκτωβρίου 1912. Η 2η ελληνική μεραρχία βρίσκεται σε Ντεμίργκλαβα και Μπάλτζα. Ενώ προετοιμάζεται να προχωρήσει προς το Αιβατλή, παίρνει διαταγή αναστολής της επιχείρησης γιατί έχει υπογραφεί το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης του τουρκικού στρατού στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια στιγμή ο διοικητής της 2ης μεραρχίας στρατηγός Καλλάρης παρατήρησε από αριστερά προς τα βόρειοδυτικά φάλαγγα πεζικού να πλησιάζει από Γιουβέσνα με κατεύθυνση προς το Αϊβατλή.

Στον Βούλγαρο αξιωματικό που του παρουσιάστηκε, ο Έλληνας στρατηγός του έδωσε σε μετάφραση τη διαταγή που είχε πάρει πριν από λίγο για συνθηκολόγηση των Τούρκων. Οι Βούλγαροι, χωρίς να ασχολούνται με τη στρατιωτική εθιμοτυπία, ανέπτυξαν μικρό απόσπασμα σε θέση μάχης και άρχισαν να πυροβολούν τους Τούρκους που υποχωρούσαν. Ελάχιστοι ήταν οι πυροβολισμοί που ρίχτηκαν.

Πολλά ειπώθηκαν και πολλά συμπεράσματα βγήκαν από την λεγόμενη «μάχη» μεταξύ Τούρκων και Βουλγάρων έξω από τη Θεσσαλονίκη. Είναι σαφές ότι δεν συνέβη τίποτα που είχε τον χαρακτήρα μάχης. Οι Βούλγαροι δεν παρουσίασαν καμία απόδειξη των λεγομένων τους για τη «μάχη». Επισκέφθηκα λίγο αργότερα το παρουσιαζόμενο ως πεδίο της μάχης και μου αποκάλυψαν ότι μόνο τρεις Τούρκοι σκοτώθηκαν, στην κορυφή ενός λόφου από μια βουλγαρική οβίδα.

Την ίδια μέρα, 27 Οκτωβρίου, ο διάδοχος Κωνσταντίνος έστειλε με τον λοχαγό Παπαδιαμαντόπουλο και δεύτερο γράμμα στον στρατηγό Θεοδόροφ. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο στρατηγός Πετρόφ είχε ζητήσει με αξιωματικό του από τον Ταχσίν Πασά να του δώσει πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης, ίδιο με αυτό που συνέταξε με τον Έλληνα διάδοχο. Στην απαίτηση αυτή ο Ταχσίν Πασάς απάντησε ότι αφού παραδόθηκε στον ελληνικό στρατό, δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο και με δεύτερο αντίπαλο.

Αμέσως μετά τα γεγονότα του Αϊβατλή ο Έλληνας αρχιστράτηγος έστειλε στο Βούλγαρο στρατηγό τον λοχαγό Μαζαράκη με την εντολή να εκφράσει προς αυτόν την έκπληξή του και την λύπη του, διότι ενώ επανειλημμένως του αναφέρθηκε ότι ο τουρκικός στρατός συνθηκολόγησε, αυτός άνοιξε πυρ κατά των τουρκικών στρατευμάτων και απαίτησε από τον Χασάν Ταχσίν πρωτόκολλο παράδοσης ίδιο με αυτό που δόθηκε στον ελληνικό στρατό.

Ο Βούλγαρος στρατηγός Πετρόφ ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τα όσα έγιναν και επανέλαβε ότι θεώρησε την ανακοίνωση που του έκανε ο διοικητής της 2ης ελληνικής μεραρχίας, ως τέχνασμα των Τούρκων, για να πετύχουν εύκολη υποχώρηση. Ομολόγησε ακόμα ότι ζήτησε από τον Ταχσίν Πασά να υπογράψει και μαζί του πρωτόκολλο παράδοσης.

28 Οκτωβρίου 1912. Ώρα 11 το πρωί. Ένας Βούλγαρος αξιωματικός φτάνει στο ελληνικό στρατηγείο που έχει εγκατασταθεί στο διοικητήριο, για να ζητήσει εκ μέρους του στρατηγού Θεοδόροφ από τον διάδοχο να επιτρέψει σε δύο βουλγαρικά τάγματα, που ήταν μούσκεμα από την  βροχή, να μπουν στην πόλη για να… στεγνώσουν.

Ο ανώτερος επιτελικός αξιωματικός στον οποίο διαβίβασε το αίτημά, του απάντησε, ότι αφού ο διάδοχος κατέλαβε την πόλη, ο στρατηγός Θεοδόροφ έχει καθήκον και υποχρέωση να πάει ο ίδιος να υποβάλει το αίτημά του στον κάτοχο της πόλης, αρχηγό του ελληνικού στρατού. Ο Βούλγαρος αξιωματικός έφυγε.

Στο μεταξύ ο διάδοχος Κωνσταντίνος ξεκίνησε από τον σιδηροδρομικό σταθμό, μπήκε με κάθε επισημότητα στην πόλη, επικεφαλής της 1ης μεραρχίας. Ενώ αυτή παρήλαυνε μπροστά του κατέφθασε σε αυτοκίνητο στο ελληνικό στρατηγείο ο στρατηγός Θεοντόροφ μαζί με τον τέως πρεσβευτή της Βουλγαρίας στο Παρίσι Στάντσεφ, εφέδρου αξιωματικού του ιππικού.

Ο διάδοχος δέχτηκε τον στρατηγό Θεοδόροφ και τον συνοδό του Στάντσεφ στο γραφείο του, μετά το τέλος της παρέλασης της 1ης ελληνικής μεραρχίας. Ο Βούλγαρος στρατηγός παραπονέθηκε γιατί τα στρατεύματά του εμποδίστηκαν στην είσοδο της πόλης κατά διαταγή του Έλληνα αρχιστρατήγου, ενώ ήδη είχαν αρχίσει μεγάλη «μάχη» πέντε ωρών και είχαν υποστεί μεγάλες απώλειες (Έχω έκθεση που έγραψε για μένα Βούλγαρος αξιωματικός του επιτελείου, ο οποίος βεβαιώνει κατηγορηματικά ότι δεν δόθηκε μάχη και δεν υπήρχε καμία απώλεια από την πλευρά των Βουλγάρων). Στο τέλος ο στρατηγός Θεοδόροφ παρακάλεσε να του επιτραπεί η είσοδος στην Θεσσαλονίκη με δύο τάγματα στρατού , επειδή οι άντρες του ήσαν κατάκοποι και μουσκεμένοι.

Ο διάδοχος δεν έκρυψε την έκπληξή του για το πώς γίνεται λόγος για σοβαρή μάχη στις 27 Οκτωβρίου, αφού ο Τουρκικός στρατός είχε παραδοθεί από τις 3 τα ξημερώματα της 26ης Οκτωβρίου. Τον ρώτησε εάν έλαβε τις τόσες επιστολές του με τις οποίες τον πληροφορούσε για την ελληνική προέλαση, για τις διαπραγματεύσεις, την παράδοση και τη συνθηκολόγηση της Θεσσαλονίκης. Ο Θεοδόροφ επέμεινε ότι δεν πήρε κανένα γράμμα παρ’ όλο που υπήρχε απόδειξη παραλαβής τους. Μετά από μεγάλη συζήτηση, ο Βούλγαρος στρατηγός ξανάφερε την κουβέντα στην άδεια για την είσοδο δύο ταγμάτων του στη Θεσσαλονίκη.

Ο διάδοχος του απάντησε ότι δυστυχώς δεν μπορούσε να επιτρέψει την είσοδο στρατού με δική του πρωτοβουλία και όφειλε να ενημερώσει την κυβέρνησή του. Του πρόσθεσε ότι επρόκειτο για ζήτημα το οποίο μπορούσε να καταλήξει σε «συγκυριαρχία». Υποσχέθηκε να αναφέρει αμέσως το  ζήτημα στην Αθήνα.

Οι Βούλγαροι επέμειναν κι επέστρεψαν στο θέμα. Δήλωσαν ότι σε περίπτωση αρνητικής απάντησης της ελληνικής κυβέρνησης, θα τα απέσυραν αφού τους δινόταν 12ωρη προθεσμία. Στο σημείο αυτό οι Βούλγαροι ισχυρίστηκαν ότι έστειλαν στους Έλληνες τελεσίγραφο στο οποίο απειλούσαν ότι θα έμπαιναν στην πόλη, έστω και με τη βία.

Επρόκειτο για μεγαλοποίηση του θέματος από τους ίδιους τους Βουλγάρους. Εκείνο που παραδέχομαι είναι ότι οι Βούλγαροι άρχισαν να στρέφουν τα κανόνια τους προς την πόλη. Ήταν τόσο βαθιά η πίκρα τους, επειδή έφθασαν στη Θεσσαλονίκη μετά την κατάληψή της, ώστε άφηναν να εννοηθεί ότι ήσαν διατεθειμένοι να βομβαρδίσουν τους συμμάχους τους, εάν δεν τους δινόταν η άδεια να μπουν στη Θεσσαλονίκη.

Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα επέκριναν όλο το ελληνικό έθνος, επειδή τους αρνήθηκε τη φιλοξενία δύο ταγμάτων συμμαχικού στρατού και φίλου έθνους. Στις 29 Οκτωβρίου δόθηκε η άδεια όπως τα δύο βουλγαρικά τάγματα μπουν για να ξεκουραστούν στη Θεσσαλονίκη.



Στις 26 Οκτωβρίου, στις 5 το πρωί, ο Σεφήκ πασάς επέστρεψε στο ελληνικό Γεν. Στρατηγείο και ανακοίνωσε ότι ο Ταξίν Πασάς δεχόταν όλους τους όρους, αλλά ζητούσε μόνο να κρατήσει 5000 όπλα για την εκγύμναση των νεοσύλλεκτων.

Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από τον Κωνσταντίνο και δόθηκε δίωρη προθεσμία στον Τούρκο πληρεξούσιο για να μεταφέρει την οριστική απάντηση του αρχιστρατήγου του. Επειδή η προθεσμία πέρασε άπρακτη, δόθηκε εντολή στον ελληνικό στρατό να προελάσει προς τη Θεσσαλονίκη.

Στις 11 το πρωί τα προπορευόμενα τμήματα της 7ης μεραρχίας πέρασαν το Γαλλικό ποταμό, το τρίτο και τελευταίο, μετά το Λουδία και τον Αξιό, υδάτινο εμπόδιο προς την πόλη.

Στο μεταξύ, οι προπομποί της ταξιαρχίας ιππικού συνάντησαν στο δρόμο τους φάλαγγα από ένα σύνταγμα σερβικού ιππικού και μία βουλγάρικη ίλη, οι επικεφαλής των οποίων ανήγγειλαν ότι σε απόσταση τριών ωρών περίπου από το σημείο εκείνο βρισκόταν μια βουλγαρική ταξιαρχία και μία μεραρχία που κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλονίκη.

Την ίδια ώρα περίπου μέσα στη Θεσσαλονίκη, μετά από πολύωρη σύσκεψη με τους προξένους των μεγάλων δυνάμεων, ο Ταξίν πασάς πείστηκε να εγκαταλείψει την αξίωσή του για τη διατήρηση των 5000 όπλων και απέστειλε με έφιππους αξιωματικούς την έγγραφη απάντησή του, με την οποία γίνονταν δεκτοί όλοι οι όροι του Έλληνα αρχιστρατήγου.

Η απάντηση αυτή έφτασε στο Γενικό Στρατηγείο στις 2 το μεσημέρι. Αμέσως δόθηκαν διαταγές στην 7η μεραρχία και σε δύο τάγματα ευζώνων (το «ανατολικό» απόσπασμα ευζώνων) να προχωρήσουν γρήγορα και να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη, ενώ συγχρόνως στάλθηκε μήνυμα του αρχιστρατήγου προς το διοικητή της βουλγαρικής μεραρχίας, που του γνωστοποιούσε την επικείμενη κατάληψη της Θεσσαλονίκης και εξέφραζε τη γνώμη ότι η βουλγαρική φάλαγγα θα μπορούσε να απαλλαγή από τον κόπο της πορείας προς τη Θεσσαλονίκη και να στραφεί σε κατεύθυνση όπου η παρουσία της θα ήταν πιο χρήσιμη για τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Το εν λόγω τηλεγράφημα απεστάλη 26/10/1912 3μμ ο δε Κωνσταντίνος υπογράφει:
Αρχιστράτηγος του Ελληνικού στρατού
Δουξ της Σπάρτης

Κατά τις 11 το βράδυ της ίδιας μέρας δύο αξιωματικοί του ελληνικού Γεν. Στρατηγείου μέσα στη Θεσσαλονίκη (Β. Δούσμανης και Ι. Μεταξάς) συνυπέγραψαν με τον Ταξίν πασά το πρωτόκολλο παράδοσης σύμφωνα με τους όρους που είχαν συμφωνηθεί.

Το πρωί της επομένης (27 Οκτωβρίου) υπογράφηκε συμπληρωματικό πρωτόκολλο σύμφωνα με το οποίο παραδίνονταν ως αιχμάλωτοι 25000 Τούρκοι στρατιώτες, μαζί με 1000 περίπου αξιωματικούς. Επίσης, περιέρχονταν στην κατοχή του ελληνικού στρατού 70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα, 70.000 τουφέκια, 1200 άλλα όπλα, πυρομαχικά και βοηθητικό υλικό.

Έτσι το απόσπασμα ευζώνων, σύμφωνα με τους όρους του πρωτοκόλλου, συνοδευόμενο από τμήμα ιππικού, μπήκε το ίδιο εκείνο πρωί στη Θεσσαλονίκη και κατέλαβε το Διοικητήριο. Η 7η μεραρχία στρατού στρατοπέδευσε στις δυτικές παρυφές της πόλεως, ενώ οι άλλες μεραρχίες στάθμευσαν κυκλικά γύρω από τη Θεσσαλονίκη.

Στο μεταξύ είχε φτάσει από την κατεύθυνση των Σερρών και η βουλγαρική φάλαγγα. Σύμφωνα με διαταγή που εκδόθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου , η 7η μεραρχία κινήθηκε προς τα βόρεια και παρεμβλήθηκε μεταξύ Βουλγάρων και Θεσσαλονίκης. Στις 11 το πρωί ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος με όλο το επιτελείο του και την 1η μεραρχία μπήκε στη Θεσσαλονίκη όπου το μεσημέρι, στην εκκλησία του αγίου Μηνά έγινε δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλεως.

Στη δοξολογία ήταν και ο υπουργός της δικαιοσύνης Κ. Ρακτιβάν, που είχε φτάσει ακτοπλοϊκώς στη Θεσσαλονίκη την προηγουμένη, ως εκπρόσωπος της κυβερνήσεως. (Δύο μέρες αργότερα ο Ρακτιβάν διορίστηκε γενικός διοικητής Μακεδονίας). Στις 29 Οκτωβρίου έφτασε στη Θεσσαλονίκη και ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του Χατζηλαζάρου που είχε κατάλληλα διαρρυθμιστεί για την περίπτωση αυτή.



Μεταξύ της Α. Βασ. Υψηλότητος, του Αρχιστρατήγου του Ελληνικού στρατού και της Α. Εξοχότητος του Αρχιστρατήγου του Οθωμανικού στρατού συνεφωνήθησαν και απεφασίσθησαν τα κάτωθι:

Αρθρ. 1.

Τα όπλα των οθωμανών στρατιωτών θα αφαιρεθούν και θα αποτεθούν εις φύλαξιν υπό την ευθύνην του Ελληνικού στρατού. Περί τούτου θα συνταχθή πρωτόκολλον.

Αρθρ. 2.

Οι οθωμανοί στρατιώται θα στρατωνισθούν εν μέρει εις Καραμπουρνού και κατά το λοιπόν τμήμα εις τον στρατώνα του πυροβολικού “Τοπτσή”. Θα διατρέφωνται υπό των αρχών της Θεσσαλονίκης.

Αρθρ. 3.

Η πόλις της Θεσσαλονίκης παραδίδεται εις τον Ελληνικόν στρατόν μέχρι της συνάψεως της ειρήνης.

Αρθρ. 4.

Όλοι οι ανώτεροι στρατιωτικοί αξιωματούχοι και αξιωματικοί θα δικαιούνται να διατηρήσουν τα ξίφη των και να είναι ελεύθεροι εν Θεσσαλονίκη. Ούτοι θα δώσουν τον λόγον των ότι δεν θα λάβουν πλέον τα όπλα εναντίον του ελληνικού στρατού και των συμμάχων του κατά την διάρκεια του πολέμου τούτου.

Αρθρ. 5.

Όλοι οι ανώτεροι πολιτικοί αξιωματούχοι και υπάλληλοι του Βιλαετίου θα είναι ελεύθεροι.

Αρθρ. 6.

Οι χωροφύλακες και τα όργανα της αστυνομίας θα φέρουν τα όπλα των.

Αρθρ. 7.

Το Καραμπουρνού θα χρησιμεύση ως τόπος στρατωνισμού των αφωπλισμένων οθωμανών στρατιωτών. Τα πυροβόλα και τα μηχανήματα πολέμου του Καραμπουρνού θα τεθούν εκτός υπηρεσίας υπό του Οθωμανικού στρατού και θα παραδοθούν εις τον Ελληνικόν στρατόν.

Αρθρ. 8.

Το περιεχόμενον του άρθρου 1 θα εκτελεσθή εντός δύο ημερών από της αύριον Σάββατον 27 Οκτωβρίου 1912. Η προθεσμία δύναται να παραταθή τη συναινέσει του Αρχιστρατήγου του Ελληνικού στρατού.

Αρθρ. 9.

Η κατάστασις αύτη θα διατηρηθή μέχρι της συνάψεως της ειρήνης.

Αρθρ. 10.

Οι χωροφύλακες και η Οθωμανική αστυνομία θα συνεχίσουν την υπηρεσίαν των μέχρι νεωτέρας αποφάσεως. Θεσσαλονίκη τη 26 Οκτωβρίου 1912.

Ο αρχιστράτηγος του Οθωμανικού στρατού

(Χασάν Ταξίν)    Οι πληρεξούσιοι της Α.Β.Υ. του Πρίγκηπος Διαδόχου της Ελλάδος

(Βίκτωρ Δούσμανης)



  • Παρέλαση του βασιλιά Γεωργίου Α΄ με το διάδοχο Κωνσταντίνο και τους πρίγκιπες (πίσω τους) μπροστά από το Λευκό Πύργο στις 29 Οκτωβρίου 1912, http://www.flickr.com/photos/85915004@N03/10488765545/
  • Έλληνες στρατιώτες παρελαύνουν συνοδεύοντας το βασιλιά Γεώργιο Α΄κατά την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη στις 29-10-1912 http://www.flickr.com/photos/85915004@N03/10488795125/
  • Από την είσοδο του βασιλιά Γεωργίου Α΄ (αριστερά) με τον διάδοχο και γιο του Κωνσταντίνο (δεξιά) στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη, ενώ τα πλήθη τους επευφημούν (29-10-1912).http://www.flickr.com/photos/85915004@N03/10488673445/


Χρόνια Πολλά στη Θεσσαλονίκη μας και στον απανταχού Ελληνισμό.

Και καλή επίσης λευτεριά με απαλλαγή από την τροϊκανή της Γερμανικής ΕΕ, κατοχή Ελλάδας και Κύπρου


Κρούσοβο – Γευγελή

Κληροδότημα Ελληνικού Σχολείου Κρουσόβου 1853
Κληροδότημα Ελληνικού Σχολείου Κρουσόβου 1853


Θεωρείται ότι το όνομά της έχει κοινή ρίζα με τα «Κρούσια» και προέρχεται από το μακεδονικό όνομα «Κρούσσος». Η ελληνική κοινότητα του Κρουσόβου, βλαχόφωνη στην πλειονότητά της, ήταν μια από τις ανθούσες του βορειομακεδονικού χώρου. Πληθυσμιακά γνωρίζουμε ότι το 1856 το Κρούσοβο είχε 18.000 κατοίκους, κυρίως βλαχόφωνους Έλληνες και λίγους Αλβανούς και Βούλγαρους. Το 1885 ο πληθυσμός μειώθηκε λόγω μετανάστευσης και έφτασε τις 14.000. Το 1903, λίγο πριν την καταστροφήτου, στο Κρούσοβο κατοικούσαν 8.000 βλαχόφωνοι Έλληνες.

book_3187_book_image_1Το Κρούσοβο καταστράφηκε ως αντίποινα για τη βουλγαρική εθνικιστική εξέγερση του Ίλιντεν. Την εξέγερση αυτή προκάλεσε η Εσωτερική Μακεδονοαδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση (Ε.Μ.Ε.Ο.), που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1893 και ήταν ο βασικότερος και μαχητικότερος φορέας των βουλγαρικών συμφερόντων στη Μακεδονία.  Το Γενικό Επιτελείο Στρατού εξέδωσε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα»,όπου αναφέρονται οι συνθήκες της καταστροφής της πόλης: «…Ἀπεκόπησαν εἰς μεγάλην ἔκτασιν τά τηλεγραφικά καλώδια, τά ἑνώνοντα τό Μοναστήριον μέ τήν Θεσσαλονίκην, τόν Περλεπέν καί τήν Ἀχρίδα καί ἐξετελέσθησαν πολλαίδολιοφθοραί εἰς γεφύρας καί σιδηροδρομικάς γραμμάς. Οἱ πράκτορες τῆς Ε.Μ.Ε.Ο. ἤρχισαν ἀμέσως νά ἐπισκέπτωνται τά χωρία, νά συγκεντρώνουν τούς κατοίκους εἰς τάς ἐκκλησίας καί νά κηρύσσουν τήν ἐπανάστασιν. Κατά τούςἐκφωνουμένους λόγους ἔλεγον πρός τούς χωρικούς ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις εἶχονἀποτύχει καί ὅτι μόνον ἡ ἐπανάστασις θά τούς ἐξησφάλιζεν τήν ποθητήνἐλευθερίαν, θά τούς ἀπήλασσεν ἀπό τούς φόρους καί τήν δεκάτην, θά διένειμεν εἰς αὐτούς τούς ἀγρούς τῶν μεγάλων τσιφλικίων. Τούς προέτρεπον νά λάβουν τάὅπλα καί νά ἐνισχύσουν τήν ἐπανάστασιν ἐξερχόμενοι εἰς τά ὄρη. Ὑπέσχοντοἐπίσης ὅτι θά ἐβοηθοῦντο ὑπό τῆς Βουλγαρίας καί τῆς Ρωσίας, ὡς καί ὑπό τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ….”

Εφημ. ΣΚΡΙΠ, 24 Ιουλίου 1903 σελ. 3
Εφημ. ΣΚΡΙΠ, 24 Ιουλίου 1903 σελ. 3

Την 20η Ιουλίου 1903 άρχισε η εξέγερση με επιθέσεις των Βουλγάρων κομιτατζήδων κατά οθωμανικών στρατιωτικών στόχων. Σε τρία προπύργια του του βλαχόφωνου ελληνισμού, στη Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας), στην Κλεισούρα και στο Κρούσοβο οι κομιτατζήδες κατάφεραν να παραμείνουν μερικές ημέρες πριν εκδιωχθούν από τα οθωμανικά στρατεύματα.   Όμως στο Κρούσοβο, όπου η εξέγερση έλαβε μεγάλη έκταση, συνέπραξαν με τους κομιτατζήδες στην αντιοθωμανική τους εξέγερση –παρά την αρνητική θέση της Ελλάδας-  λίγοι βλαχόφωνοι Έλληνες υπό τον Πίτο Γιούλη. Βουλγαρόφρονες και ελληνόφρονες κατέλαβαν το Κρούσοβο και εγκατέστησαν δική τους «επαναστατική κυβέρνηση».

Σύντομα η εξέγερση κατεστάλη και Οθωμανοί, μαζί με άτακτους, κατέστρεψαν τα χωριά των βλαχόφωνων Ελλήνων που θεωρήθηκε ότι έλαβαν μέρος. Την εκδικητική μανία και την πολιτική του ΕΜΕΟ θα πληρώσουν ακριβά το Κρούσοβο, η Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας) και η Κλεισούρα.

Στις 30 Ιουλίου 1903, ό επικεφαλής των τακτικών και ατάκτων οθωμανικών δυνάμεων Μπαχτιάρ πασάς μπήκε στο Κρούσοβο και άρχισε τις σφαγές και τις καταστροφές. Με ιδιαίτερο μένος κατεστράφη η ελληνική συνοικία, ενώ η βουλγαρική διασώθηκε. Πυρπολήθηκαν 366 οικίες και 203 καταστήματα. Πολλοί κάτοικοι της κωμόπολης θα εγκατασταθούν στην Καστοριά, τη Φλώρινα και στη Θεσσαλονίκη. Το βλαχόφωνο ελληνικό στοιχείο θα μειωθεί κατά πολύ και θα φτάσει στα 5.400 άτομα. Οι Βούλγαροι εξαρχικοί θα είναι 2.160 και οι ρουμανίζοντες Βλάχοι 650.

Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, 2 Αυγούστου 1903, μετά τις εξεγέρσεις των Βουλγάρων στην περιοχή
Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, 2 Αυγούστου 1903, μετά τις εξεγέρσεις των Βουλγάρων στην περιοχή

Filoptoxos_gevgiliΗ Φιλόπτωχος Αδερφότης Γευγελή, 1904


Η πόλη βρίσκεται πολύ κοντά στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα. Είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Ειδομένης. Μετά την Επανάσταση του 1821, η οθωμανική διοίκηση μετέφερε μουσουλμανικούς πληθυσμούς από την Ανατολία για να δημιουργήσει φιλικούς προς αυτής πληθυσμιακούς θύλακες. Στις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη είχε 10.000 κατοίκους από τους οποίου 6-7.000 ήταν Έλληνες. Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1902, στη  Γευγελή με τα 25 χωριά της κατοικούσαν 17.700 Έλληνες ορθόδοξοι, 17.500 μουσουλμάνοι και 8.100 Βούλγαροι εξαρχικοί.

Η οικονομική ευμάρεια της ελληνικής κοινότητας της επέτρεψε να ιδρύσει ευαγή ιδρύματα και σχολεία. Πριν την Επανάσταση του 1821 υπήρχαν δύο ελληνικά σχολεία που ονομάζονταν «Μακεδονική  Φάλαγγα» και «Τσούλφειος Σχολή». Υπήρχαν επίσης και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις με την ονομασία «Αδελφότης Κυριών» και «Αδελφότης Ελληνίδων Κυριών».

Στις αρχές του 20ου αιώνα στην πόλη λειτουργούσαν  5 ελληνικά σχολεία, 1 οθωμανικό και 1 βουλγαρικό. Το 1903 εγκαινιάζεται το κτίριο της «Αστικής Σχολής Γευγελής» με πρώτο διευθυντή τον Στρωμνιτσιώτη εκπαιδευτικό Ιωάννη Κωνσταντινίδη.

Η κατάληψη της Γευγελής από τους Σέρβους σηματοδότησε το τέλος της ακμής της. Η καταπίεση συνεχίστηκε και κατά τη γιουγκοσλαβική περίοδο. Το 1947 οι αρχές εκτόπισαν τους Σαρακατσάνους σε απόσταση 160 χιλιομέτρων από τα σύνορα. Με σχετικό νόμο όρισαν ως ποινικό αδίκημα τα να πλησιάζουν τα σύνορα σε απόσταση μικρότερη των 70 χιλιομέτρων. Το 1963-68, περίπου 4.000 Σαρακατσάνοι, μεγάλο μέρος των οποίων καταγόταν από τη Γευγελή, εκδιώκεται για την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Νέο Κορδελιό Θεσσαλονίκης.

Πηγή – Und ich dachte immer
Βλάσης Αγτζίδης
διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός
Α. Π. Θ.


– Χρήστος Ανδρεάδης, “Ανέκδοτα έγγραφα των κατοίκων Μεγάροβου και Τύρνοβου”, περ. Μακεδονικά, εκδ. Εταιρεία ΜακεδονικώνΣπουδών, τομ. 21, σελ. 309-318, 1981
– Θεοφύλακτος Αχρίδος, Οι δεκαπέντε μάρτυρες της Τιβεριούπολης, μετάφραση Π. Βλαχάκος, εκδ. Ζήτρος, 2008
– Παναγιωτοπούλου, Άννα Α., Από τη Θεσσαλονίκη στο Κρούσοβο. Ιδεολογία, οργάνωση, και δράση της Ε.Μ.Ε.Ο. (1893-1903), μεταπτυχιακή εργασία, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φ.Λ.Σ., Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1993,
– Κrste Bitoski, Makedonija I knezevstvo Bugarija (1893-1903), Σκόπια, 1977.
– https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/mk.html#People
– Douglas Dakin, Ο Ελληνικός αγώνας στην Μακεδονία, εκδόσεις Κυριακίδη, 1993
– Κωσταντίνος Χολέβας, «Ο ελληνισμός της περιοχής των Σκοπίων», Πρακτικά Α΄Συνεδρίου Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού περιφέρειας Ευρώπης, Λευκωσία, 1997,  σελ. 221-225.
– Σωτηρίου Στέφανος Μειονότητες και αλυτρωτισμός, εκδ. «Ευρωεκδοτική», Αθήνα 1991.
– Σωτηρίου Στέφανος, Οι βλαχόφωνοι του ευρωπαϊκού και βαλκανικού χώρου, εκδ. «Πελασγός» Αθήνα 1998.
– Δημήτρης Τσούτσας, κείμενο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Ο λαός του Αλμυρού”, 4 Μαρτίου 2008.
– Τζινίκου-Κακουλή Αθηνά, Γιατροί στο μακεδονικό αγώνα, εκδ. «Μαίανδρος», Θεσσαλονίκη 1996.
– Χρυσανθόπουλος Μιχαήλ, Οι Έλληνες στη Βόρειο Μακεδονία, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1997.
– Andonovski H, Makedonia I Vojvodin (Η Μακεδονία και η Βοϊβοντίνα), Beograd 1959.
– Ilic Tanasije, Privredne I drustvene prilike u Zemunu, 1770-1820 (Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στο Σεμλίνο, 1779-1820), Spomenica Zemunske biblioteke, Zenum 1966.
– Pankovic Dusan, Sprske bibliografije (Σερβικές βιβλιογραφίες), Beograd 1982.
– Popovic Dusan, Beograd pre 200 godina (Το Βελιγράδι πριν από 200 χρόνια), Beograd 1935.
– Popovic Dusan, O Cincrima (Περί Κουτσοβλάχων), Beograd 1927.
– Stajic V., Cincari u Novom Sadu» (Οι Κουτσόβλαχοι του Νόβι Σαντ), Glasnik Istoriskog Drustva, u Novom Sadu, 1936.
– Terzic Slavenko, Srbja I Grcka 1856-1903 (Η Σερβία και η Ελλάδα μεταξύ 1856-1903»), Sanu, Beograd 1992.
– Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Το Κρούσοβο πέρα από την ιστορία και τη μνήμη 1845-1903, Αθήνα, εκδ. Ηρόδοτος, 2004